Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος παύει νὰ πιστεύει στὸν Θεό, δὲν εἶναι ὅτι δὲν πιστεύει πιὰ σὲ τίποτε. Πιστεύει σὲ ὁτιδήποτε
G. K. Chesterton
Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος παύει νὰ πιστεύει στὸν Θεό, δὲν εἶναι ὅτι δὲν πιστεύει πιὰ σὲ τίποτε. Πιστεύει σὲ ὁτιδήποτε
G. K. Chesterton
O τελευταίος Αυτοκράτορας της Γερμανίας, Γουλιέλμος Β' για τον Αδόλφο Χίτλερ το 1938 :
«Eίναι ένας άνθρωπος μόνος, χωρίς οικογένεια, χωρίς παιδιά, χωρίς Θεό… Χτίζει λεγεώνες αλλά δεν χτίζει έθνος. Ένα έθνος δημιουργείται από οικογένειες, από την θρησκεία, από την παράδοση: αποτελείται από τις καρδιές των μητέρων, τη σοφία των πατέρων, τη χαρά και την ζωντάνια των παιδιών. [Η Γερμανία του Χίτλερ θα δημιουργήσει]… ένα Κράτος που καταπίνει τα πάντα, που περιφρονεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αρχαία δομή της φυλής μας, που θα μπει στη θέση καθετί άλλου. Και ο άνθρωπος που, μόνος του, ενσαρκώνει όλο αυτό το Κράτος, δεν έχει ούτε Θεό να τιμήσει, ούτε δυναστεία να συντηρήσει, ούτε παρελθόν να συμβουλευτεί».


Απόπειρα δολοφονίας του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου
Από το πρωινό τούτο της 27ης του Νοέμβρη, ο Γρηγόριος είχε την επισκοπική ευθύνη για την Κωνσταντινούπολη. Στη διάθεσή του όλοι οι ναοί. Δεν είχε τυπικά ενθρονιστεί μα ήτανε κι αναγνωριζότανε απ’ όλους επίσκοπος κανονικός. Οι περισσότεροι αρειανοί και μάλιστα οι λαϊκοί ενώθηκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μείνανε όμως αρκετοί φανατικοί και ιδιαίτερα κληρικοί, που κάνανε ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να βλάψουνε το Γρηγόριο. Συγκεντρώνονταν, οργάνωναν τη δράση τους και τις επιθέσεις τους. Φτάσανε στο σημείο να οργανώσουνε ακόμα και τη δολοφονία του Γρηγορίου. Εκεί έφτασε το μίσος.
Τα μελετήσανε όλα σε όλες τις λεπτομέρειες. Πλησίασαν ένα δικό τους, ένα νεαρό και φανατικό. Του υποσχεθήκανε πολλά. Εκείνος δέχτηκε μ’ ευκολία. Και μ’ ένα θράσος φοβερό.
Τη νύχτα, κλείνανε καλά τις πόρτες οι άνθρωποι του Γρηγορίου, γιατί πάντα φοβόντουσαν το κακό. Αποφασίστηκε, λοιπόν, να επιτεθεί ο δολοφόνος μια ώρα, που να μην έχει κόσμο στην αυλή του Αβλάβιου. Να μην υπάρχει άνθρωπος εκεί στην άκρη, στο χαμηλό σπιτάκι με το κελί του Γρηγορίου.
Ήταν χειμωνιάτικο απόγευμα, προς το τέλος του Δεκέμβρη. Πήρε να σκοτεινιάζει γρήγορα. Ο κόσμος μαζεύτηκε νωρίς. Το χιονόνερο έστελνε βιαστικά τους ανθρώπους στα σπίτια τους. Οι αρειανοί όπλισαν μ’ ένα μαχαίρι το νεαρό δολοφόνο και τον έστειλαν εκεί που ήξερε. Με προφυλάξεις, έφτασε στο αρχοντικό του Αβλάβιου. Η μεγάλη πόρτα του κήπου ήτανε ανοιχτή. Την περίμενε κλειστή και παραξενεύτηκε. Μπαίνανε από κει όσοι πήγαιναν για το ναό της Αναστασίας. Τέτοια ώρα όμως κανείς δεν ερχόταν· ακολουθίες τέτοια ώρα, τέτοια μέρα, δε γίνονταν. Ο νεαρός δεν πολυσκέφτηκε. Δρασκέλισε αθόρυβα. Προχώρησε για το σπιτάκι με την πλάτη στο φράχτη, να παρακολουθεί, μήπως φανεί κίνηση. Το μυαλό και τα μάτια καρφωμένα στο σπιτάκι. Κίνηση εκεί καμία. Επομένως, δεν είχε ’ρθει ακόμα ο Θεόφιλος· αυτός που έκανε τις πρόχειρες δουλειές του σπιτιού. Προχώρησε ακόμα λίγο. Κοντοστάθηκε. Τα μάτια στο σπιτάκι. Έβλεπε μόνο το φωτάκι στο κελί του επισκόπου. Θα προσευχότανε ή θα διάβαζε. Αυτές τις μέρες ήτανε πάλι άρρωστος. Αποκλειόταν να κυκλοφορεί όρθιος.
Περίμενε ακόμα λίγο και μ’ ένα σάλτο αθόρυβο βρέθηκε στην πόρτα. Την έσπρωξε μαλακά και μπήκε στο διάδρομο. Κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο κι έβλεπε απέναντί του τη μικρή πόρτα, στο κελί του Γρηγορίου. Το μυαλό και οι αισθήσεις του στο κελί. Μηχανικά παραμέρισε το ρούχο του, έβαλε το χέρι στη ζώνη κι έπιασε τη λαβή του μαχαιριού. Μια κρυάδα του ήρθε, αλλά έσφιξε καλά τη λαβή και τράβηξε το μαχαίρι έξω. Ασυναίσθητα το ‘φερε κοντά στα μάτια να το δει καλά, γιατί το σκοτάδι τον εμπόδιζε. Τότε ξαφνικά, ένας ελαφρύς θόρυβος τον έβγαλε από την προσήλωση. Ένας νέος άντρας έμπαινε από την πόρτα μ’ ένα λυχνάρι στο χέρι. Ο δολοφόνος δεν είχε να φύγει από πουθενά. Χαμένος, έμεινε ακίνητος. Τα μέλη του παράλυτα, το στόμα του σφαλισμένο. Ο Θεόφιλος σήκωσε ψηλά το λυχνάρι να δει καλά και κατάλαβε. Μέσα του ένιωσε τρόμο. Άρχισε να τρέμει και να τραυλίζει. Όμως δεν ήτανε καιρός. Φτάσανε οι εκπρόσωποι ενός ναού, που θέλανε να δουν τον επίσκοπο – γι’ αυτό έμεινε η έξω πόρτα ανοιχτή. Οι εκπρόσωποι πατούσαν κιόλας το σκαλοπάτι του σπιτιού. Ο Θεόφιλος, χωρίς να σκεφτεί, οδηγημένος από κάποια δύναμη, σηκώνει το αριστερό του χέρι και παίρνει απλά το μαχαίρι από το νεαρό, που έστελε σαν κεραυνωμένος.
Μπήκανε οι επισκέπτες. Ο Θεόφιλος τους άνοιξε την πόρτα του κελιού, γύρισε, πολύ φυσικά τώρα, έπιασε από το χέρι το νεαρό και τον έβαλε κι αυτόν στο κελί.
Ο άρρωστος επίσκοπος ανασηκώθηκε λίγο στο μαξιλάρι, να τους βλέπει και να τον βλέπουνε. Οι εκπρόσωποι του λέγανε, αυτά που είχανε να πουν. Μα το διαπεραστικό μάτι του Γρηγορίου στάθηκε σ’ ένα πρόσωπο σκοτεινό και ωχρό σαν πανί. Ο νεαρός με το μαχαίρι στεκότανε θλιμμένος, με κατεβασμένα τα μάτια, το χρώμα είχε χαθεί από τα μάγουλά του.
Καμιά φορά φύγανε οι εκπρόσωποι. Τότε ο νεαρός έπεσε στα πόδια του Γρηγορίου. Γονατιστός τον αγκάλιασε πάνω στο ξύλινο κρεβάτι κι έκλαιγε με λυγμούς. Τον ρωτούσε απορημένος ο Γρηγόριος κι αυτός μόνο έκλαιγε και βογκούσε. Ρώτησε πάλι και πάλι, απάντηση καμία. Στενοχωρήθηκε ο επίσκοπος και, βλέποντας το νεαρό να κλαίει συνέχεια, δάκρυσε κι ο ίδιος από συμπόνια. Ο Θεόφιλος, που βγήκε να ξεπροβοδίσει τους επισκέπτες, γύρισε στο κελί. Ακούοντας πάλι το δακρυσμένο επίσκοπο να ρωτάει το νεαρό, ποιος είναι και τί έπαθε, έδωσε κείνος την απάντηση:
– Ο φονιάς σου είναι, γέροντα. Τώρα δα ήταν έτοιμος. Κι αν δεν προλάβαινα, τώρα δε θα ρωτούσες, ούτε και θα μας έβλεπες, σ’ έσωσε ο Θεός.
– Μα τούτος κλαίει, παιδί μου, πώς είναι δυνατό; έκανε ο Γρηγόριος.
– Κλαίει γιατί τον χτύπησε η συνείδηση. Του ‘γίνε θηλιά και πάει να τον πνίξει, έγινε ο δήμιός του, πρόσθεσε ο Θεόφιλος.
Περάσανε ακόμα λίγα λεπτά κι ο νεαρός συνήλθε. Του ‘γνεψε και πλησίασε στην κορυφή του κρεβατιού. Εκείνος γονάτισε κι ο Γρηγόριος έβαλε το ιερό του χέρι στο κεφάλι του μετανοημένου. Τον συγχώρεσε και τού ‘πε λίγα λόγια:
– Ο Θεός να σ’ ελεήσει και να σε σώσει, παιδί μου. Για μένα, που τόσα χρόνια είμαι δικός του και σωσμένος, δεν είναι δύσκολο να φανώ και στο σφαγέα μου καλός. Μόνο πια τώρα, κοίτα να γίνεις καλός, καθώς πρέπει σε μένα και στο Θεό.
Η απόπειρα δολοφονίας μαθεύτηκε σ’ όλη την Πόλη, που μέρα με τη μέρα μαλάκωνε και αγαπούσε περισσότερο το Γρηγόριο. Μαλάκωνε η καρδιά και πολλών πρώην φανατικών αρειανών. Πολλοί, μάλιστα, τρυπώνανε αθέατοι στο κελί του, να ζητήσουνε συγχώρηση για όσα του είχανε κάνει. Και δεν του είχανε κάνει λίγα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Τους πολλούς λιθοβολισμούς, ότι παραλίγο να τον σκοτώσουνε τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, τις βρισιές, τα ομαδικά γιουχαΐσματα, τις κατάρες, την απόπειρα δολοφονίας.
Εκείνος πάραυτα δεν έστελνε τους κρατικούς υπαλλήλους να συλλάβουνε τους καταχραστές αρειανούς. Δεν ήθελε να δείξει ότι για χρήματα κινεί τέτοιες διαδικασίες. Ούτε κι ο ίδιος αναμίχτηκε στα οικονομικά, μέχρι το καλοκαίρι του 381, που έμεινε στην Πόλη ως επίσκοπος. Υπερβολή κι αυτό. Μα δεν άντεχε το πιο εκμαυλιστικό από τα κοσμικά πράγματα· τα χρήματα. Έφτασε στο σημείο να μην παρακολουθεί τι γίνεται με την κληρονομιά του πατέρα του και της μητέρας του. Κτήματα μεγάλα και υποστατικά. Πολλά τα ’χε δώσει με λόγο σ’ αυτούς που τα καλλιεργούσαν. Άλλα μπαίνανε και του τα παίρνανε γείτονες και συγγενείς. Τα υπόλοιπα τα επιβλέπανε άνθρωποί του. Εκείνος ούτε να ξέρει δεν ήθελε. Αγαπούσε τη φτώχεια και ζούσε σαν ασκητής. Άλλωστε σε λίγους μήνες, στις 31 Μαΐου του 381, θα κάνει διαθήκη, για να δώσει από δω κι από κει όλα τα υπάρχοντά του, να μην τον βαραίνει τίποτα στη γη. Ήτανε τότε πενήντα ενός χρόνων. Πολλά τ’ άφηνε στην Εκκλησία της Ναζιανζού· άλλα για πτωχοτροφείο κι άλλα πάλι αλλού.
Στυλιανού Παπαδόπουλου, Ο πληγωμένος αετός, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 232-236
***
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Πρέπει να ηττηθείς για να νικήσεις
Καλύτερα να νικιέται κάποιος όταν πρέπει, παρά να νικά με τρόπο αθέμιτο και επικίνδυνο.
Μη θέλεις να πείσεις με τα λόγια, αλλά με τα έργα. Μισώ την διδασκαλία που δεν συμβαδίζει με την πολιτεία σου.
Όποιος απαρνιέται επίγειους θρόνους, κερδίζει τους ουράνιους.
Να δώσουμε φτερά στην ψυχή , να εγκαθιδρύσουμε τον Χριστό στις καρδιές… Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

« Ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι ».
( Ρωμ.ΙΓ΄, 11-14 ).
Στὶς μέρες μας, οἱ υἱοὶ τοῦ φωτὸς (Λουκ.ΙΣΤ΄,8), ἀντὶ νὰ γρηγοροῦν καὶ νὰ ὑπερασπίζονται τὴν σωτήρια ὀρθόδοξη πίστη τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖον «οὐκ ἔστι κατ’ ἄνθρωπον ἀλλὰ δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. Α΄, 11-12), καθεύδουν τὸν νήδυμον ὕπνον τοῦ ἐφησυχασμοῦ, τῆς νωχελείας, τῆς χαύνωσης, τῆς ἀπραξίας καὶ τῆς βολικῆς μετάθεσης τῶν εὐθυνῶν στοὺς «εἰδικοὺς» καὶ «ἰθύνοντας».
Ἐκτός τῶν ἀνωτέρω ὑπάρχουν οἱ διαστρεβλωτὲς τῆς ἀλήθειας, οἱ σειρῆνες καὶ οἱ νανουριστές, οἱ ὁποῖοι εἶναι πληρωμένοι ἐργολάβοι γιὰ νὰ συντηροῦν τὸ «ζαλισμένο κοπάδι» σὲ καταστολή.
Αὐτοὶ δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου σὲ κανένα ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτόν τους καὶ τίς κατεστημένες συστημικὲς ἀρχές.
Ἀγνοοῦν, οἱ πληκτρολόγοι τῶν κοινωνικῶν δικτύων ὅτι ὀγδόντα (80) ἀπὸ τοὺς τριακόσιους δέκα ὀχτὼ (318) Ἁγίους Πατέρες τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἦσαν μοναχοὶ καὶ ἱερομόναχοι (βλπ. Ἱερὸν Πηδάλιον, Θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων, Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη).
Ἀγνοοῦν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων, καθὼς καὶ τὴν ρήση τοῦ μεγάλου θεολόγου καὶ ὁμολογητοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου : «Ἔργον τοῦ μοναχοῦ εἶναι, μηδὲν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τὸ Εὐαγγέλιον».
Σήμερα κινδυνεύει ἡ πίστη ἀπὸ ψευδομεσσίες, ψευδοεπιστήμονες, ψευδοπροφῆτες τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τοῦ ἀχαλίνωτου ἡδονισμοῦ, τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Τρισυπόστατο Θεό, καὶ τῆς λατρείας τῶν ψεύτικων θεῶν ποὺ ὑπόσχονται ὅτι «ὡς θεοὶ ἔσεσθε» (Γένεσ.3, 5).
Δυστυχῶς μὲ τοὺς ἀνωτέρω συμπορεύονται καὶ συνεργάζονται πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μεγαλόσχημους κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς ποὺ δελεάζονται ἀπὸ τὸ «κενὸν δοξάριον» καὶ φημίζονται ὡς «φωτισμένοι», «προοδευτικοί», «ἀνοιχτόμυαλοι», «ἐξωστρεφεῖς» κ.λπ., ἄμοιροι τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς καὶ μέτοχοι τῆς κοσμικῆς εὐμάρειας καὶ καλοπέρασης.
Οἱ ἀνωτέρῳ πατριάρχες, ἐπίσκοποι κ.λπ. κληρικοὶ δὲν χάνουν εὐκαιρία νὰ νουθετοῦν τοὺς μοναχοὺς νὰ εἶναι ἥσυχοι, τουτέστιν ἀφωνότεροι ἰχθύος, καὶ νὰ ἐπιμελοῦνται τήν ἑαυτῶν κάθαρση καὶ νοερὰ προσευχὴ ( ἐπιδιώκοντας τό : «τήν ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή»).
Ταπεινὰ λέμε: «ὅταν τὸ κινδυνευόμενον εἶναι ἡ πίστις», κατὰ παραγγελία τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ μοναχοί, χωρὶς νὰ παραμελοῦν (μάλιστα καὶ ἐντείνουν) τὸ σωτήριο ἔργο τῆς μετάνοιας, τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν, ἐνεργοῦν, στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, ὅπως ἡ ἄγρυπνη συνείδηση («ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος», Πέτρ Α΄, 4), δηλαδὴ σημαίνουν συναγερμό, ἀφύπνιση καὶ ἐγρήγορση ἀναλαμβάνοντας τὰ ὅπλα τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀλήθειας (Ρωμ. 13).
Κατ’ ἀκολουθίαν, ὡς Ἁγιορεῖτες Κελλιῶτες Πατέρες δηλώνουμε ὅτι δὲν θὰ μᾶς φιμώσουν πληρωμένα φερέφωνα ἐθελόδουλων ἡγεσιῶν ὅσον ἀφορᾷ στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀμώμου καὶ σωτηρίου πίστεως καὶ στὴν ἀφύπνιση καὶ ἐνημέρωση τῶν ἀδελφῶν μας ὀρθοδόξων Χριστιανῶν σ΄ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς γῆς.
Ὁ ἠρωϊκότερος τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, στὸ Σύμβολο Πίστεως, ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του, προτάσσει τὰ ἑξῆς : «Ὅποιος θέλῃ νὰ σωθῇ εἶναι ἀνάγκη προπαντὸς νὰ φυλάσσει τὴν ὀρθόδοξη πίστη, τὴν ὁποία ἂν κάποιος δὲν φυλάξῃ σώα, σώα καὶ καθαρή, ὁπωσδήποτε χάνεται αἰώνια».
Ἡ πρόταση αὐτὴ εἶναι ὁ φθόγγος τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ ἀκούγεται (Ψαλμ.18), (Ρωμ.Ι΄,18), στὰ ὦτα τῶν σωφρόνων καὶ τίκτει τὸν «φόβον Κυρίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας»,( Ψαλμ.110 καὶ Παροιμ. 9,10).
Στὴν συνέχεια, ἐν συντομίᾳ, θὰ παραθέσουμε ἀρνητικὰ παραδείγματα «ἄσοφων σοφῶν» εἰδικῶν, καὶ ἐπαϊόντων, «πλανωμένων καὶ πλανώντων» ( Β΄Τιμοθ.Γ΄, 12-13) τὸν συγχυσμένο καὶ μὴ γρηγοροῦντα λαό.