
του Κ. Παπαγιώργη, από το Άρδην τ. 14-15, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1998
Ένας εξ απολύτου πεποιθήσεως πιστός, που γράφει στη γλώσσα την οποία τίμησαν και δόξασαν Πατέρες, ασκητές και Άγιοι, έστω και αν δεν είναι ιεροκήρυκας αλλά διακονεί τη λογοτεχνία, τι πιο φυσικό από το να αφιερώσει ένα του διήγημα σε μια μεγάλη μορφή της Ιεράς Παραδόσεως; Εντούτοις, πουθενά ο Παπαδιαμάντης δεν ανασυνθέτει τη ζωή ενός Αγίου, ούτε συναξαρίζει κάποιον Κόλλυβα από τα πατρογονικά του. Η αναφορά στα εκκλησιαστικά κείμενα είναι μόνιμη και επανέρχεται σαν ψαλμωδικός συνειρμός στη γραφίδα του ψάλτη, όπως αμετακίνητη είναι και η θέση του αφηγητή: μιλάει για λαϊκούς, κοσμικούς, ανθρώπους καθημερινούς, που πάσχουν συχνά απλώς και μόνο επειδή ζουν, ποτέ όμως για μια καθαγιασμένη μορφή. Άτυχες κόρες, πολυπαθή γραΐδια, αναξιοπαθούντες νεαροί, νεκροβαπτισμένα βρέφη, απαρηγόρητοι ερωτευμένοι φαίνεται πως ταιριάζουν καλύτερα στην υψηλή παθολογία της γραφής.
Άραγε έχουμε να κάνουμε με μια ειλημμένη θέση που προβάλλει τη λαϊκότητα ως αυθεντική μορφή αγιότητας, ασκώντας έτσι, έμμεσα αλλά αποτελεσματικά, μια κριτική εις βάρος των κατεστημένων εκκλησιαστικών και μοναστικών θεσμών; Για όποιον θέλει να υποστηρίξει μια παρόμοια άποψη, το υλικό αφθονεί. Υπάρχει δαψίλεια χλευασμών για τον ανώτερο κλήρο: «Είχεν έλθει τότε, προ ολίγου καιρού, δια πρώτην φοράν εις τον τόπον, περιοδεύων, ο νεοχειροτόνητος Δεσπότης, όστις, καθώς εκακογλωσούσαν πολλοί, είχε καταρτίσει τιμολόγιον, πρί φίξ, δια τας χειροτονίας των κληρικών» (1). Δαψίλεια μομφών για την κοιλιοδουλεία του («δια τα γαλοπούλα, τους αστακούς και τ’ αυγοτάραχα, κανείς δεν του εζήτησε λογαριασμόν πόσα είχεν εξοδεύσει» (2)). Όπως και για το ήθος των Ριζαρειτών, τους οποίους αντιπαθούσε ο Παπαδιαμάντης: «Και το κάτω-κάτω, κύριε, επέφερεν οιονεί αποστρέφων τον λόγο προς τον Ριζαρείτην, αφού δεν σ’ αρέσει, κύριε, η Θρησκεία και το ιερατικόν στάδιον, διατί φορείς ράσα, και διατί οι φιλόστοργοι γονείς σου σε στέλνουν να φοιτάς εις την Ριζάρειον; Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι;» (3)
Μια ασήμαντη αφορμή, η αιφνίδια επίθεση ενός σκύλου, κάνει το συγγραφέα να θυμηθεί ειρωνικά τον ανώτερο κλήρο: «Το “ξαφνικό”, και ευτύχημα αν είναι, καλόν δεν κάμνει. Διαβάστε εις την ιστορίαν δι’ ένα Μητροπολίτην, Δωρόθεον, αν καλώς ενθυμούμαι, όστις έπεσεν απόπληκτος και απέθανεν άμα έμαθε το ανέλπιστον ευτύχημα, ότι εξελέχθη Οικουμενικός Πατριάρχης!» (4). Αλλά και τους Αθωνίτες συχνά δεν τους εξαιρεί: «Ο παπα-Καισάριος, […], είχε χρηματίσει επί μακρά έτη Προηγούμενος εις την Μεγάλην Λαύραν την εν Άθω. Ούτος, αν και ως προεστώς ιδιορρύθμου μοναστηρίου είχεν ιδίαν περιουσίαν, ηρνείτο να δίδη χρήματα εις τους συγγενείς του, λέγων ότι “τα καλογηρικά γρόσια γίνονται φίδια και σας τρώνε…”» (5). Τι άλλο χρειάζεται για να συμπεράνουμε μια ριζική αντιπάθεια του συγγραφέα για τον κλήρο; Πριν απαντήσουμε, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι αυτή η αντιπάθεια δεν περιοριζόταν στους αξιωματούχους ρασοφόρους, αλλά αγκάλιαζε κάθε λογής ιεραρχία.
Το Πάσχα του 1887, ο Παπαδιαμάντης πηγαίνει στα μεσόγεια της Αττικής, με σκοπό να εορτάσει μέσα σ’ ένα ταπεινό εκκλησίασμα. Ιδού τι διαπίστωσε: «…ευρέθησαν επτά ή οκτώ αυτοσχέδιοι ψάλται.[…] ήσαν εύρωστοι χωρικοί νεανίαι, και δεν τα έλεγον μεν απταίστως, αλλά δεν τα εδολοφόνουν ασυνειδήτως. Μόνον είς παραφώνως και ατάκτως έψαλλε, και ούτος ήτο διδάκτωρ της νομικής» (6). Όποιος έχει πάει στην Εσπερία για να αγοράσει μυαλό, όποιος είναι δόκτωρ, μεγαλόσχημος, τιτλούχος, Παναγιώτατος, μεγαλειότατος, δεν έχει καμία τύχη μέσα στον κόσμο των διηγημάτων. Έτσι άλλωστε εξηγείται και η ιδιότυπη σιωπή τους. Παρότι η κοινότητα έχει πολλούς μορφωμένους: «Και ήσαν τόσοι και τόσοι στο χωρίον, σχολάρχαι, καθηγηταί, μισθοφόροι επιστήμονες με διπλώματα, μορφωμένοι ευπρόσωποι, καλλωπισμένοι» (7), πουθενά δεν γίνεται λόγος γι’ αυτούς.