Κυριακή, 25 Αυγούστου 2019

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, ΤΟ Νο1 ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ - Πότε και πώς ξεκίνησε; Τί κάνουμε σήμερα;




ΤΟ Νο1 ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ - Πότε και πώς ξεκίνησε; Τί κάνουμε σήμερα;

Περί μοίρας και προνοίας (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)



Λόγος Α’
Οι ταραχές και οι θόρυβοι της ζωής μας δεν προέρχονται από τα ίδια τα πράγματα της ζωής αλλά απ’ τη διάθεση της ψυχής μας
Η ζωή μας είναι γεμάτη από μεγάλη ταραχή και ο βίος μας γεμάτος από θορύβους. Το κακό όμως, αγαπητοί, δεν είναι αυτό, αλλά το ότι αυτούς τους θορύβους και τις ταραχές, ενώ μπορούμε ή να τους καταστήσουμε ελαφρότερους ή να τους υπομένουμε χωρίς λύπη, εμείς ούτε το ένα φροντίσαμε ούτε το άλλο, και περνάμε όλο τον καιρό μας μέσα στην απογοήτευση. Και ο ένας θρηνεί για τη φτώχεια του, ο άλλος για την αρρώστια του, άλλος για τις πολλές φροντίδες και για τις ανάγκες της οικογένειας, άλλος για την ανατροφή των παιδιών και άλλος για το ότι δεν έχει παιδιά. Και πρόσεξε να δεις πόσο μεγάλη είναι αυτή η ανοησία. Γιατί δε θρηνούμε όλοι για τα ίδια πράγματα, αλλά θρηνούμε το ίδιο για τα αντίθετα. Και όμως, αν τα ίδια πράγματα ήταν η αιτία για τους θρήνους μας, δεν θα έπρεπε να θρηνούμε το ίδιο και για τα αντίθετα. Αν, δηλαδή, η φτώχεια ήταν πράγμα κακό και αφόρητο, τότε εκείνος που ζει στα πλούτη δεν θα έπρεπε ποτέ να ζει με ταραχή και θλίψη. Κι αν το να μην έχει κανείς παιδιά ήταν κακό, τότε ο πολύτεκνος θα έπρεπε να είναι πάντοτε εύθυμος. Κι αν πάλι, το να διοικεί κανείς μια πόλη και να χαίρεται τις τιμές και να έχει πολλούς στις προσταγές του, ήταν κάτι ζηλευτό, έπρεπε τον ήσυχο και γαλήνιο βίο να τον αποφεύγουν και να τον αποστρέφονται όλοι οι άνθρωποι. Αλλά τώρα, όταν δεις ότι πλούσιοι και φτωχοί το ίδιο θρηνούν, και πολλές φορές ότι ο πλούσιος το κάνει αυτό πιο πολύ απ’ τον φτωχό, και ο άρχοντας και ο αρχόμενος, και ο πολύτεκνος και ο άτεκνος, να μην αποδίδουμε την αιτία για την ταραχή στα πράγματα, αλλά σε μας τους ίδιους που δεν μπορούμε να τα χειριστούμε όπως πρέπει και να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από όλη αυτή τη στενοχώρια της ψυχής μας. Γιατί η ταραχή και ο θόρυβος δεν βρίσκεται μέσα στα πράγματα, αλλά συνηθίζει να τα γεννά η ψυχή μας. Έτσι, όταν εκείνη βρίσκεται σε καλή κατάσταση, ακόμη κι αν από παντού μας χτυπήσουν τρικυμίες, εμείς θα ησυχάζουμε διαρκώς στη γαλήνη και στο λιμάνι. Όπως και το αντίθετο· όταν η ψυχή μας δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση, ακόμη κι αν όλα μας έρχονται ευνοϊκά, δεν θα αισθανόμαστε καλύτερα από τους ναυαγούς.
Αυτό βέβαια μπορούμε να το διαπιστώσουμε και στα σώματα. Αυτός δηλαδή που έχει κάνει δυνατό το σώμα του, κι αν συγκρουσθεί με μύριες αντίξοες καιρικές συνθήκες, όχι μόνο δεν θα πάθει κανένα κακό, αλλά και περισσότερη δύναμη θα αποκτήσει με την εξάσκηση και με το να ζει σ’ αυτές τις καιρικές ανωμαλίες. Αν, όμως, έχει κανείς σώμα ασθενικό και αδύναμο, έστω κι αν ζει στο άριστο κλίμα, δεν πρόκειται να ωφεληθεί και να κερδίσει τίποτε από αυτό, γιατί η ασθένεια που φέρει μέσα στο σώμα του θα εξουδετερώνει και θα καταστρέφει την ευεργετική επίδραση του κλίματος.
Το ίδιο, άλλωστε, παρατηρούμε και με τις τροφές. Όταν, δηλαδή, η κοιλιά είναι υγιής και έχει δύναμη, ό,τι κι αν δεχθεί, όσο σκληρό κι αν είναι, όσο δύσπεπτο, το κάνει καθαρό χυμό, γιατί η φυσική ευεξία νικά την κακή ποιότητα της τροφής. Όταν όμως η κοιλιά είναι άτονη και ασθενική, τότε κι αν της προσφέρεις την πιο εύπεπτη τροφή, την αλλάζει προς το χειρότερο και την αχρηστεύει, γιατί η ασθένεια της κοιλιάς καταστρέφει την ποιότητά της.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

Μητροπολίτης κηρύττει ἕτερον Εὐαγγέλιον

    




Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

Στίς 20-01-019 ὁΜητροπολίτηςἈλεξανδρουπόλεωςἌνθιμος Β΄ παρεχώρησεσυνέντευξη στό κανάλι τῆςΒουλῆς στήν ἐκπομπή τοῦ κ.Μυλωνᾶ «Ἀπό τόπο σέτόπο», ἡ ὁποία ἦλθε στόφῶς τῆς δημοσιότητος στίς11-07-2019. Ἐμφορούμενος ἀπό ἐκκοσμικευμένο φρόνημα, μεταξύ ἄλλων εἶπε καί τά ἑξῆς φρικτά, ἀθεολόγητα καί αἱρετικά, τά ὁποῖα ποτέ κανένας αἱρετικός στήν ἱστορία δέν τόλμησε νά ἐκφέρει : «Ἐγώ θά πῶ αὐτό, πού λέει ἡ Ἐκκλησία, δηλ. τό πλήρωμα τῶν πιστῶν. Θά ἀφουγκραστῶ τούς χριστιανούς τί λένε, ποιό θεωροῦν σωστό. Ἀκόμη καί ἄν αὐτό, πού οἱ χριστιανοί μας θεωροῦν σωστό, ἀκόμη καί ἄν εἶναι ἀντίθετο μέ τό Εὐαγγέλιο, ἐγώ θά ὑπερασπιστῶ αὐτό, πού λένε οἱ χριστιανοί μας, γιατί οἱ Χριστιανοί μας ἔφτιαξαν τό Εὐαγγέλιο, δέν ἔφτιαξε τό Εὐαγγέλιο τήν Ἐκκλησία»[1].
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ μέ Κεφαλή Ἐκεῖνον

Διαπιστώνοντας ἐσχάτως ἑσφαλμένες τοποθετήσεις του, λόγῳ τῆς ἔνθερμης ἀποδοχῆς τῆς παναιρέσεως τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης καί τῆς Οὐκρανικῆς σχισματικῆς ψευδοαυτοκεφαλίας, ὀφείλουμε κατ’ἀρχήν νά τονίσουμε ὅτι παρουσιάζει μία ἐλλιπή καί στρεβλωμένη ἐκκλησιολογία. Διότι, Ἐκκλησία δέν εἶναι κυρίως καί μόνο «τό πλήρωμα τῶν πιστῶν», ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Μητροπολίτης. Ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας μᾶς δίδεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Δομήτορά Της, μέ τό ἀψευδέστατο στόμα Του, τόν οὐρανοβάμονα θεῖο Παῦλο, ὁ ὁποῖος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι «…αὐτὸν (τόν Χριστόν) ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου»[2]. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς Τριαδικῆς κοινωνίας, εἶναι ὁ φορεύς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί ἡ κιβωτός τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, πού παρέχεται μέσῳ τῶν θεουργῶν μυστηρίων. Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, «ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται (φανερώνεται) ἐν τοῖς μυστηρίοις». Ἐκκλησία, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι τό μυστηριακό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κεφαλή τοῦ Σώματος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί μέλη του ὅλοι ὅσοι πιστεύουν ὀρθόδοξα σ’Αὐτόν. Ἡ Ἐκκλησία ὡς Θεανθρώπινο Σῶμα ἔχει καί ὀρατό καί ἀόρατο χαρακτῆρα. Περιλαμβάνει, ὄχι μόνο τούς ζῶντες, ἀλλά καί τούς ἐν Χριστῷ κεκοιμημένους, τήν Κυρία Θεοτόκο, τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, Μάρτυρες, Προφῆτες, Ἱεράρχες, Ὁσίους, Δικαίους καί τούς ἀγγέλους. Ἔτσι διακρίνεται στήν στρατευομένη ἤ ἐπίγεια καί τήν θριαμβεύουσα ἤ οὐράνια Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική καί αὐτή εἶναι ἀποκλειστικά καί μόνον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Σκοπός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά κάνει ὅλους τούς ἀνθρώπους μετόχους τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Στά στρατευόμενα μέλη της ἡ Ἐκκλησία παρέχει τόν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης Βασιλείας. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἐγγυᾶται καί τήν πλήρη μετοχή τῆς Βασιλείας αὐτῆς στά θριαμβεύοντα μέλη της. Μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλοι ὅσοι ἔχουν ἐνταχθεῖ σ’αὐτήν μέ τό ὀρθόδοξο βάπτισμα καί πιστεύουν στόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν βαθμό τῆς ἁμαρτωλότητάς τους, ἀκριβῶς γιατί σκοπός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά τούς ἁγιάσει καί νά τούς σώσει. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ἔχει ὡς ἔνοικο τήν χαρισματική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Ἅγιον Πνεῦμα ζωοποεῖ καί καθοδηγεῖ τήν στρατευομένη Ἐκλησία στήν ὄντως Ἀλήθεια, πού εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ παρουσία ἄλλωστε τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία ἐγγυᾶται τήν διασφάλιση τῆς ἀληθείας Της καί τήν δυνατότητα τῆς κοινωνίας τῶν μελῶν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μέ τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό. Ἀπό τήν Ἐκκλησία ἐκπίπτουν ἐπίσημα οἱ αἱρετικοί, αὐτοί δηλ. πού ἀπορρίπτουν τήν ἀλήθειά Της, καί οἱ σχισματικοί, αὐτοί δηλ. πού ἀπορρίπτουν τόν τρόπο διοικήσεώς της. Ἀνεπίσημα ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἐκκλησία κάθε μέλος Της, πού τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του συνειδητά ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀρνούμενο τήν ἀλήθεια καί τή ζωή Της, ὅπως οἱ παναιρετικοί οἰκουμενιστές[3].
Ἄρνηση τῶν θεμελίων τῆς πίστεως

Ὁ Μητροπολίτης, μέ τόν ἰσχυρισμό του ὅτι «ἀκόμη καί ἄν αὐτό, πού οἱ χριστιανοί μας θεωροῦν σωστό, ἀκόμη καί ἄν εἶναι ἀντίθετο μέ τό Εὐαγγέλιο, ἐγώ θά ὑπερασπιστῶ αὐτό, πού λένε οἱ χριστιανοί μας, γιατί οἱ Χριστιανοί μας ἔφτιαξαν τό Εὐαγγέλιο, δέν ἔφτιαξε τό Εὐαγγέλιο τήν Ἐκκλησία», ναρκοθετεῖ καί βάζει βόμβα στά θεμέλια τῆς πίστεως, διότι οὐσιαστικά ἀρνεῖται τό ἱερό καί ἅγιο Εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ μέρος τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ ὁποία μέ τή σειρά της ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀρνειται ἐπίσης τούς ἁγίους Εὐαγγελιστές Ματθαῖο, Μᾶρκο, Λουκᾶ, Ἰωάννη καί οὐσιαστικά ἀρνεῖται τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τόν μοναδικό ἀληθινό Θεό καί Σωτῆρα καί Λυτρωτή μας, διότι περί Αὐτοῦ γράφουν οἱ Ἅγιοι Εὐαγγελιστές. Καί ὅλα αὐτά χάριν τῶν ἀντιευαγγελικῶν καί ἐκκοσμικευμένων χριστιανῶν. Ἀντί ὁ Μητροπολίτης νά ἐκκλησιαστικοποιήσει τόν κόσμο καί νά εὐαγγελιστεῖ στούς ἐκκοσμικευμένους χριστιανούς τό μήνυμα τῆς μετανοίας καί τῆς σωτηρίας, αὐτός ἐκκοσμικεύει τήν Ἐκκλησία καί τό Εὐαγγέλιο˙ πράττει τό θέλημα, ὄχι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τῶν ἀνθρώπων˙ κάνει ὑπακοή, ὄχι στόν Χριστό καί στό Εὐαγγέλιο, ἀλλά στούς ἀντιχρίστους καί ἀντιευαγγελικούς.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Ο αφανισμός των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή - Η κραυγή αγωνίας: «Δείτε μας έστω ως απειλούμενα είδη»


Ο αφανισμός των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή- Η κραυγή αγωνίας: «Δείτε μας έστω ως απειλούμενα είδη»«Δεν πιστεύω σε αυτές τις δύο λέξεις «ανθρώπινα δικαιώματα» , δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα εδώ. Στις χώρες της Δύσης υπάρχουν δικαιώματα για τα ζώα, στην Αυστραλία φροντίζουν τα βατράχια … Κοιτάξτε μας ως βατράχους, θα το δεχτούμε. Απλώς προστατεύστε μας ώστε να μείνουμε στην Γη μας»
αυτά είναι τα δραματικά λόγια, η κραυγή αγωνίας ενός Ορθόδοξου Ιερέα στην Μοσούλη περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατεί για τους Χριστιανούς στην Μέση Ανατολή...
«Η απειλή για αφανισμό των πάντα προκαλεί περισσότερη συγκίνηση» από τις απειλές για την εξαφάνιση των χριστιανών στη Μέση Ανατολή σχολίασε χαρακτηριστικά ο Γαλλολιβανέζος συγγραφέα Amin Maalouf στην γαλλική εφημερίδα Le Temps.

«Αλλάξτε πίστη, πληρώστε ή θα πεθάνετε». Πριν από πέντε χρόνια, αυτή ήταν η «επιλογή» που έδωσε το Ισλαμικό κράτος (ISIS) στους χριστιανούς στο στην Μοσούλη, την τρίτη (τότε) μεγαλύτερη πόλη του Ιράκ: είτε να αγκαλιάσει το Ισλάμ, είτε να πληρώνει θρησκευτικό φόρο ή να πεθάνει.
Στη συνέχεια, ο ISIS σημάδεψε χριστιανικά σπίτια με το αραβικό γράμμα ñ (N), το πρώτο γράμμα της αραβικής λέξης «Nasrani» («Nazarene» ή «Christian»).
Οι Χριστιανοί συχνά δεν είχαν άλλη επιλογή μπορούσαν από τα πάρουν τα βασικά τους υπάρχοντα και να φύγουν από μια πόλη που είχε φιλοξενήσει τους Χριστιανούς για 1.700 χρόνια
Δύο χρόνια πριν, ο ISIS νικήθηκε στο Μοσούλη, ωστόσο οι εξτρεμιστές είχαν πετύχει τον αρχικό τους στόχο: να αφανίσουν τους Χριστιανούς.
Πριν από την άνοδο του ISIS, υπήρχαν πάνω από 15.000 χριστιανοί εκεί. Τον Ιούλιο του 2019 ανθρωπιστικές οργανώσεις αποκάλυπταν ότι μόλις 40 Χριστιανοί έχουν επιστρέψει.
Μόνο στην Μοσούλη 45 εκκλησίες καταστράφηκαν ή βανδαλίστηκαν. Καμία δεν έμεινε ανέπαφη.
Η τύχη των Χριστιανών στην Μοσούλη είναι παρόμοια με αυτή και στις άλλες πόλεις του Ιράκ.
«Η Διεθνής Ένωση Προστασίας της φύσης έχει αρκετές κατηγορίες για να καθορίσει τον κίνδυνο εξαφάνισης που αντιμετωπίζουν σήμερα διάφορα είδη», γράφει ο Benedict Kiely, ο ιδρυτής του Nasarean.org, ο οποίος βοηθά τους διωκόμενους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής.
«Χρησιμοποιώντας ένα ποσοστό μείωσης του πληθυσμού, οι κατηγορίες κυμαίνονται από ευάλωτα είδη(μείωση 30-50%), κρισίμως κινδυνεύοντα (80-90%) και τελικά εξαφανισμένα. Άρα οι Χριστιανοί με ποσοστό 83% ανήκουν στα κρισίμως κινδυνεύοντα είδη»


orthodoxianewsagency.gr

Stathis

Η αφύπνιση της καρδιάς με τον φόβο του Θεού


Η μνήμη του θανάτου, ως συνάντηση με τη ζώσα αιωνιότητα του Θεού, πλήττει αποφασιστικά τον όλο άνθρωπο, γιατί φανερώνει τον άδη της απουσίας του Θεού από την καρδιά του και αποκαλύπτει την πνευματική πτώχεια και ερήμωση του νου. Η οδυνηρή αυτή εμπειρία γεννά τον φόβο του Θεού, που αρχίζει να περιβάλλει την καρδιά και να αλλάζει το φρόνημά του. Όπως η μνήμη του θανάτου, έτσι και ο θείος φόβος που την διαδέχεται, δεν είναι ψυχολογικό συναίσθημα αλλά πνευματική κατάσταση, δώρο της χάριτος.





Κάθε είδους επαφή με την αιωνιότητα, και μάλιστα στα αρχικά στάδια, προξενεί φόβο στην ψυχή, γιατί η αιωνιότητα βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο. Όπως ήδη αναφέραμε, η μνήμη του θανάτου προκαλεί τη χαρισματική απόγνωση στον άνθρωπο, χάρη στην οποία ελευθερώνεται από την έλξη των παθών και των κτισμάτων. Ομοίως και ο φόβος του Θεού, προερχόμενος από άνωθεν έλλαμψη, βοηθεί τον άνθρωπο να ανανήψει από τον μακραίωνα ύπνο της αμαρτίας και τον οδηγεί σε εγκράτεια. Ενισχύει την καρδιά του, ώστε με σταθερή βούληση να προτιμά «τα μη βλεπόμενα» και «αιώνια» αντί των «βλεπομένων» και «πρόσκαιρων». Ακριβώς στην προτίμηση αύτη έγκειται το νόημα και η αλήθεια του λόγου «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου».
Έχοντας ο άνθρωπος τη σοφή αυτή στάση προς τον Θεό και τα χαρίσματά Του συνάπτει, κατά κάποιον τρόπο, μαζί Του μία πνευματική διαθήκη. Προκρίνει αποφασιστικά να μην παραδοθεί στη φθορά και στον αιώνιο θάνατο που τον κυκλώνουν, αλλά να εκζητήσει διά παντός το Πρόσωπο του Υψίστου, φιλοτιμούμενος να εκπληρώσει «το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον». Για την αγαθή αυτή προαίρεσή του ο άνθρωπος δέχεται τον φωτισμό του Προσώπου του Χριστού που αναζωπυρώνει την καρδιά του.
Με τον εσωτερικό φωτισμό του φόβου του Θεού ο άνθρωπος αποκτά γνώση της αληθινής καταστάσεώς του. Αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του, όπως τον βλέπει ο Θεός. Πείθεται ότι γύρω του

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Τις οίδε, παιδί μου, τας κρίσεις του Θεού;








Τις οίδε, παιδί μου, τας κρίσεις του Θεού; Όλα είναι γνωστά ενώπιον Αυτού. Όλα τα βλέπει και τίποτε δεν Τον λανθάνει, αλλά το θέλημά Του κανείς δεν το γνωρίζει. Τα έργα του Σατανά είναι τίποτε εις την δύναμιν του Θεού. Και, όταν ο Κύριος μας δοκιμάζη, όπως Αυτός γνωρίζει, τότε να δείχνωμεν και ημείς την υπομονήν και ευχαριστίαν μας.


Και τώρα, παιδί μου, αν το θείον Του θέλημα είναι σύμφωνον με την προθυμίαν μας, ασφαλώς θα γίνης καλά. Εάν όμως προγιγνώσκη κάτι όπου ημείς δεν γνωρίζομεν -διότι αλλέως ως Θεός άνωθεν βλέπει και κρίνει- τότε δεν γίνεσαι, αλλά πάλιν ο μισθός μας δεν χάνεται· ταμιεύεται ει την Βασιλείαν Του.





Λοιπόν υπομονή και αγωνίζου.


Αυτές τες ημέρες, παραμονή της Αγίας Αικατερίνης, είχα μεγάλον αγώνα του Σατανά, προερχόμενον από εσένα. Πάλη φανερά. Είπα· άραγε μήπως έγινες καλά; Είχε μανίαν. Ωρύετο. Εγώ εστάθην όλην την νύκτα εις προσευχήν δι’ εσένα και όλην την ημέραν. Μήπως γίνη ίλεως ο Θεός. Τέλος έφυγε. Ξανά δεν ήλθε. Λοιπόν, γράψε μου τι κάμεις, πως απερνάς; Σε πειράζει ο Σατανάς; Έχε υπομονήν.


Έτσι να προσεύχεσαι:


«Εγώ, Θεέ μου, θελω να με κάμης καλά να σε ευλογώ, και να σε δοξάζω. Μα, αν πάλιν εσύ γνωρίζης αλλέως το συμφέρον της σωτηρίας μου, το θέλημά Σου να γίνη».

Οἱ ἐκκλησιολογικοί ἀκροβατισμοί ἑνός «βλέποντος».

ὑπό Δημ. Κ. Ἀναγνώστου, Θεολόγου
Πρό ἡμερῶν δημοσιεύθηκε ἄρθρο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου (Βλάχου), ἐγκρατοῦς περί τήν θεολογία ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός καί πολυγραφωτάτου συγγραφέως, ὑπό τόν τίτλο: «Οἱ ἐκκλησιολογικές μετα-πτώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας».
Ἐκ τῶν πρώτων παραγράφων τοῦ ἄρθρου, εἰλικρινῶς καί σαφῶς διευκρινίζεται ὑπό τοῦ συντάξαντος ὅτι σκοπός του εἶναι ἡ κατάδειξη τῶν ἐκκλησιολογικῶν μετα-πτώσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ἔναντι, κυρίως, τοῦ Παπισμοῦ.
Εἶναι σημαντικό δέ, ὅτι, ἐξ ἀρχῆς ἐπίσης, δηλώνεται καί ἡ αἰτιολογία αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στήν, κατά τόν ἀρθρογράφο, ἄδικη καί μή ἀντικειμενική ἑστίαση τῶν κρίσεων καί ἐπικρίσεων τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀντι-οἰκουμενιστῶν κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί προσωπικῶς τοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, ἐνῶ παραλλήλως ἀμνηστεύονται ὑπ’ αὐτῶν οἱ ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί δή, κυρίως, ἐκείνη τῆς Ρωσίας.
Πρός ἐξυπηρέτηση τοῦ ὡς ἄνω σκοποῦ του ὁ ἀρθρογράφος παραθέτει ἱστορικά στοιχεῖα τῆς σύγχρονης ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, διά τῶν ὁποίων, ἀφ’ ἑνός μέν, ἀποδομεῖ, ὁμολογουμένως τεκμηριωμένα, ἄν καί μᾶλλον μονοδιάστατα, τό ἀντι-παπικό της προφίλ, ἀφ’ ἑτέρου δέ, καταδεικνύει, μᾶλλον καταγγελτικά καί ἄνευ «πολιτικῶν» ἐλαφρυντικῶν, τήν σύγχρονη στάση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἔναντι τοῦ Παπισμοῦ.
Εἶναι γνωστή ἡ ἀγάπη καί ὁ θαυμασμός τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου στήν ἱστορία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς ἱστορικοῦ κέντρου τῆς Ρωμηοσύνης, καθώς καί ὁ σεβασμός του στόν ἱερό θεσμό τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὡστόσο αὐτά δέν δικαιολογοῦν, τήν ἐκ μέρους του, τουλάχιστον στό περί οὗ ὁ λόγος ἄρθρο του, ἄνευ προσχημάτων καί ἐπιφυλάξεων, καταγγελία τοῦ Πατριάρχου καί τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ὡς φορέων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐφ’ ὅσον καί καθ’ ὅσον τοῦτο δέν ἔγινε ἐγκαίρως (δηλαδή, ἐν καιρῶ τῶ δέοντι) ἀλλά, μάλιστα καί κατά δήλωσή του, γίνεται τώρα δηλαδή ἐκ τῶν ὑστέρων καί ἐπί σκοπῶ, ἤτοι τήν ἀποκατάσταση τῆς μονομεροῦς κατά τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καί τοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ἀδικίας τῶν κατ’ αὐτῶν ἐπικρίσεων, ὡς ἐξυπηρετούντων καί προωθούντων τόν Οἰκουμενισμό, ἐκ μέρους τῶν ἀντι-οἰκουμενιστῶν.


Ὁ Σεβ/τος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος ταυτίζει τρόπον τινά τόν ἑαυτόν του μέ τό θιγόμενο Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί «ἐκτίθεται» δημοσίως, ἐπιχειρώντας νά ἀποδείξει μετά τεκμηρίων, τό γνωστό ἄλλωστε καί μή ἀμφισβητούμενο, γεγονός τῆς «ἀποστασίας» (καί) τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας ἐκ τῆς Πατερικῆς Ὀρθοδοξίας, (ἐπίσης) λόγῳ Οἰκουμενισμοῦ!
Τό  «κατηγορητήριο» τοῦ Μητροπολίτου κατά τῆς Μόσχας εἶναι διπλό, ἤ μᾶλλον τριπλό: Ἀμετροέπεια, παρέκκλιση ἐκ τῆς Ὀρθοδοξίας καί, ταυτοχρόνως, ἐξυπηρέτηση πολιτικῶν σκοπιμοτήτων-συμφερόντων.
Εἶναι ὅμως ἀπορίας ἄξιο ἐπί ποίας ἠθικῆς βάσεως ὁ ἴδιος δικαιολογεῖ αὐτή τήν, ἔμμεση πλήν σαφή, δημόσια στήριξή του στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, περί τοῦ ὁποίου ὁ ἴδιος ἐξ ἀρχῆς ἐμμέσως πλήν σαφῶς ἀποδέχεται ὅτι αἱρετίζει (ἐφ’ ὅσον ἀκολουθεῖ οἰκουμενιστική πορεία) καί δέν ἀποτολμᾶ βεβαίως γι’ αὐτό νά τό ἀμνηστεύσει, τό θεωρεῖ, ὅμως, συγκριτικῶς ἀδίκως θιγόμενο καί στοχοποιημένο!Εἶναι σημαντικό, ἄν καί ταυτοχρόνως ἀπορίας ἄξιο καί ἴσως προκλητικό, τό γεγονός τῆς κατ’ ἀρχήν, ἐκ τῆς πρώτης κιόλας παραγράφου τοῦ συγκεκριμένου ἄρθρου, θεολογικῆς ἀποδοκιμασίας ἐκ μέρους τοῦ ἀρθρογράφου τοῦ φαινομένου τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς συγχρόνου αὐτῆς παναιρέσεως, κατά τόν μεγάλο Σέρβο Δογματολόγο Ἰουστίνο Πόποβιτς (+1979).
Ἔτσι, ὁ κ. Ἱερόθεος ἀποδίδει στήν παρουσία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στή σύγχρονη ἐκκλησιαστική πραγματικότητα ρόλο, κατ’ οὐσίαν, διαβολικό, ἀφοῦ, ὀρθῶς, θεωρεῖ ὅτι τόν χαρακτηρίζει ὁ σχετικισμός ἤ ἡ σχετικοκρατία καί τόν διακρίνει, ὅπως χαρακτηριστικῶς ἀναφέρει, ἡ «σύγχυση μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, μεταξύ ἀληθείας καί αἱρέσεως»!
Ὀφείλουμε, ἐπίσης, νά ἐπισημάνουμε τήν ἐξίσου σημαντική ἐκ μέρους του, ὁμοίως ὡστόσο, ἀπορίας ἀξία καί προκλητική, διευκρίνισή του, μέ τήν ὁποία μάλιστα, ἀφοῦ τήν ἐπαναλαμβάνει ἐμφατικά, ὁλοκληρώνει τό ἐν λόγῳ ἄρθρο του, περί πλήρους διαχωρισμοῦ καί ἐξαιρέσεως ἀπό τήν κριτική του τόσον τοῦ «ὀρθοδόξου ρωσικοῦ λαοῦ» ὅσον καί τῶν ἁγίων του «πού ἔζησαν καί ζοῦν στήν Ρωσία».
Πρός ἀποφυγή δέ παρερμηνειῶν, ὀφείλουμε ἐδῶ ἐμεῖς πλέον νά διευκρινίσουμε καί νά ἐξηγήσουμε γιατί χαρακτηρίζουμε ὡς ἀπορίας ἄξια καί προκλητικά, τόσο τήν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἱεροθέου ἀποδοκιμασία καί καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅσο καί τήν ἐξαίρεση τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ καί τῶν ζώντων ἁγίων του ἀπό τήν, σέ βάρος τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, ἐκκλησιολογική κριτική καί ἀποδοκιμασία του.
Εἶναι, λοιπόν, ἀμφότερα, κατά τήν ταπεινή μας γνώμη, ἀπορίας ἄξια καί προκλητικά, διότι δέν εὐσταθεῖ, προκαλεῖ σύγχυση καί δημιουργεῖ εὔλογες ἀπορίες ἡ θέση καί κατ’ ἐπέκταση ἡ στάση κάποιου, ὁ ὁποῖος ἀποδοκιμάζει-καταδικάζει μέν θεωρητικῶς μία αἵρεση (ἐν προκειμένῳ τόν Οἰκουμενισμό),  ταυτοχρόνως ὅμως ὑπερασπίζεται τόν φορέα της (Πατριαρχεῖο καί Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως) ἔναντι τῶν κατηγόρων των, χωρίς μάλιστα νά ἀμφισβητεῖ-ἀρνεῖται τίς κατηγορίες αὐτῶν. Καθώς ἐπίσης, δέν εὐσταθεῖ ὁ ἐπιχειρούμενος διαχωρισμός τοῦ ποιμνίου (τοῦ λαοῦ, ὡς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας) ἀπό τούς Ποιμένες του, τούς Ἐπισκόπους του, ὡσάν οἱ περί τήν Πίστη (!) πτώσεις καί προδοσίες τῶν τελευταίων νά εἶναι ἀδιάφορες καί νά μή ἀφοροῦν τόν πρῶτο!
Ὁ Σεβ. κ. Ἱερόθεος λεπτομερῶς ἀναφέρεται σέ δύο κυρίως ἱστορικά γεγονότα, ὅσον ἀφορᾶ στήν κριτική του κατά τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί τίς κατ’ αὐτόν ἐκκλησιολογικές του μετα-πτώσεις: α) Στό «ἀντι-παπικό» καί «ἀντι-οἰκουμενιστικό» Συνέδριο τοῦ 1948 ἐν Μόσχᾳ, στό ὁποῖο συμμετεῖχαν ἀρκετοί Προκαθήμενοι καί ἀντιπρόσωποι Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καί β) στή συνάντηση Πάπα καί Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου, τόν Φεβρουάριο τοῦ  2016, στήν Ἀβάνα (Κούβα).
Στήν πρώτη περίπτωση, ἀφήνει σαφῶς νά ἐννοηθεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ὑπῆρξε, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἐνεργούμενο τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστῶτος, προκειμένου νά μήν εὐοδωθοῦν τά σχέδια τῶν Δυτικῶν γιά συνεργασία τῶν ἡγετῶν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου ὑπό τήν ἡγεσία τοῦ Πάπα, ἀλλά καί τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Στή δεύτερη περίπτωση, ἡ ἑρμηνεία τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, γιά τήν σκοπιμότητα καί στόχευση τῆς συναντήσεως Πάπα καί Ρώσου Πατριάρχου, ἀφορᾶ στήν ἐπικείμενη τότε σύγκληση τῆς λεγομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τῆς Κρήτης (2016), πρός ὑποβάθμισή της, ἀπό τήν ὁποία τελικῶς ἀπεῖχε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, καθώς καί ἄλλες τρεῖς τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες (Ἀντιοχείας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας).
Μέ ἀμφότερες τίς ἐνδεικτικές αὐτές ἀναφορές του, ἡ μία ἀφορῶσα σέ γεγονός ἀντιπαπικοῦ καί ἡ ἄλλη ἀφορῶσα σέ γεγονός φιλοπαπικοῦ και οἰκουμενιστικοῦ χαρακτῆρος, ὁ ἀρθρογράφος θεωρεῖ ὅτι δηλώνεται ἡ ἀμετροέπεια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία, ὅμως, μέ συνέπεια καί συνέχεια, κατ’ αὐτόν, σταθερῶς ἐξυπηρετεῖ τά πολιτικά συμφέροντα τῆς κρατικῆς ἐξουσίας ὑπό τήν ὁποία δραστηριοποιεῖται.
Ἐπί τῶν ἀνωτέρω καί ὅλης τῆς σχετικῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ κ. Ἱεροθέου στήν κατά τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ἀσκουμένη κριτική του, θεωροῦμε σκόπιμο, παρότι ἐπί θεολογικοῦ πεδίου συμφωνοῦμε μέ τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου, νά ἐπισημάνουμε ὁρισμένα πράγματα σέ γενικό, ἀλλά καί σέ εἰδικότερο ἐπίπεδο.
Ἡ εὐσέβειά μας δέν αὐξάνει ἀναλόγως τῆς ἀσεβείας τῶν ἄλλων, οὔτε βεβαίως ἐπιβεβαιώνεται ἡ εὐσέβειά μας ἀπό τήν ἐκ μέρους μας καταγγελία τῶν ἄλλων ὡς ἀσεβῶν. Ὁ Κύριος διερωτᾶται στό ἱ. Εὐαγγέλιο «ἅρα ἐλθών εὐρήσει τήν Πίστιν ἐπί γῆς;» καί αὐτό προέχει προφανῶς (καί) ἀπό τήν τύχη τῶν ἱστορικῶν προνομίων τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν.
«Τρίτη Ρώμη» δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει, ὅταν ἡ νέα Ρώμη ἐπιστρέψει στήν εὐθεία ὁδό τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τά περί «τρίτης Ρώμης» τά γέννησε ὁ ἐθνοφυλετισμός, τά ἐνίσχυσε ὁ πανσλαυϊσμός, ἀλλάσήμερον, δυστυχῶς, τά ἀνατροφοδοτεῖ καί συντηρεῖ ὁ ἐξουνιτισμός, ἡ βατικανοποίηση καί ὁ οἰκουμενισμός τοῦ Φαναρίου. Τόν πιστό Κλῆρο καί λαό δέν τόν ἐνδιαφέρει πρωτίστως ἡ νέα ἤ ἡ «τρίτη Ρώμη» ἀλλά ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἄς μήν ἐπιβεβαιωθεῖ γιά τήν Πόλη καί γιά τήν Μόσχα τό λαϊκό ἀπόφθεγμα «δυό ….. μαλώνανε σέ ξένον ἀχυρώνα», καθόσον ἐξαιτίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχουν ἤδη ἀμφότεραι παρεκκλίνει τῆς εὐθείας ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὡς ἐκκλησιαστικές ἡγεσίες καί Ἱεραρχίες τῶν ἀντιστοίχων ἐκκλησιῶν.
Ὅσον ἀφορᾶ στό κῦρος τῶν Συνόδων καί τίς Ἀποφάσεις των, στή συνείδηση τῶν εὐσεβῶν κυριαρχοῦν ὡς κριτήρια, περισσότερο παντός ἄλλου, οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐκφράζοντος συνολικῶς τήν Πατερική διδασκαλία καί λέγοντος: «…Σύνοδος τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε καί ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσιν (κρείσσων γάρ, φησίν, εἷς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἤ μύριοι παραβαίνοντες), ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐν τῇ ἐρεύνῃ καί φυλακῇ τῶν Κανόνων καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ᾿ ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ καί τῷ κανόνι καί τῷ γνώμονι τῆς ἀκριβείας.»(Ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἁγίου πρός τόν Μάγιστρο Θεόκτιστο).
Σάν πολύ διαλλακτικός μᾶς προέκυψε ὁ κ. Ἱερόθεος τελευταίως. Δέν μπορεῖ, βεβαίως, νά ἀρνηθεῖ ἐντελῶς τόν ἑαυτόν του, ἀλλά φαίνεται ὅτι ἡ συμμετοχή του στήν ἀντι-Σύνοδο τῆς Κρήτης καί ἡ ἀδυναμία του νά κρατήσει ἀκραιφνῶς ὁμολογιακή στάση ἐντός αὐτῆς, ἀλλά καί μετά ἀπό αὐτήν τόν παρασύρει σέ συμβιβασμούς, δικαιολογίες, ἀκόμη καί καινοτομίες, προκειμένου νά δικαιολογήσει τόσον τά ἐκεῖ συμβάντα, ὅσον καί τά ἐξ ἐκείνης ἀπορρέοντα.
Ἔχει δίκαιο ὁ Σεβ. κ. Ἰερόθεος ὅτι τό Οὐκρανικό συνδέεται μέ τή σύνοδο τῆς Κρήτης. Κι ἐμεῖς τό γράψαμε αὐτό πολύ νωρίς. Μόνο πού ἡ δια-σύνδεσή του αὐτή ἐκθέτει πολύ περισσότερο τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί προσωπικά τόν Πατριάρχη πού ἐμφανίζονται νά δροῦν καί ἀποφασίζουν ἐκδικητικῶς καί νά μή θέλουν ἤ νά μή μποροῦν νά κρύψουν τή στρεβλή ἄσκηση ἱστορικῶν προνομίων ἤ δικαιωμάτων τους στά ὁποῖα προσδίδουν πάντως καινοφανές περιεχόμενο.
Τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως κατέχει, δυστυχῶς, τά πρωτεῖα τῆς οἰκουμενι(στι)κῆς κινήσεως καί δέν διστάζει προκειμένου νά τά διαφυλάξει νά ἐνεργεῖ σέ βάρος καί αὐτῆς τῆς ἐνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Οἱ ἀντίπαλοί του ἐνδέχεται ἔστω καί λόγῳ τῆς ἀντιπαραθέσεως πρός αὐτό νά τοποθετοῦνται ὀρθοδόξως ἐπί θεμάτων Πίστεως, τό ἴδιο, ὅμως, φαίνεται οὔτε αὐτό νά εἶναι σέ θέση νά ἐπιλέξει, ἐξαιτίας τῆς παντελοῦς διαβρώσεως καί μεταλλάξεώς του ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Στό σπίτι τοῦ κρεμασμένου δέν μιλᾶνε γιά σχοινί! Οἱ ἀλεπάλληλες προδοσίες τῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὄντως ἀσυναγώνιστες! Τί νά πρωτοθυμηθεῖ κανείς; Μήπως δέν ἔχει τόν δικό του Λένιγκραντ (μιᾶς καί περί αὐτοῦ κάνει ἐκτενή ἀναφορά στό ἄρθρο του ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου) ἡ Κωνσταντινούπολη; Ἀγνοεῖ ὁ Ναυπάκτου τήν ἱστορία γιά τόν Προύσσης Δωρόθεο (τόν πρωτοστατήσαντα στήν ἔκδοση τῆς διαβοήτου Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 ὑπό τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τόν Καταστατικό Χάρτη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τήν ὁποία ἐπήνεσε ὁ προεδρεύων τῆς ἀντι-συνόδου τῆς Κρήτης κ. Βαρθολομαῖος στήν ἐκεῖ καταληκτήριο ὁμιλία του δηλώσας ἔτσι εὐθαρσῶς τά οἰκουμενιστικά του φρονήματα) ὁ ὁποῖος ξεψύχησε στήν ἀγκάλη τοῦ τότε Ἀγγλικανοῦ Ἀρχιεπισκόπου Καντερβουρίας R. Th. Davidson ἐνῶ τοῦ προσέφερε ἐγκόλπιο ἀναγνωρίσεως της ἀρχιερωσύνης του, ἤδη τό 1921, στό Λονδίνο;
Μήπως δέν διαθέτει καί αὐτό (τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως) ἐπίδοξο διάδοχο γιά τόν Πατριαρχικό θρόνο, ὅπως ἴσως θεωρεῖται ἀντιστοίχως ὁ ἀναφερόμενος ὑπό τοῦ κ. Ἱεροθέου καί ἐπικρινόμενος γιά ἀντορθόδοξες θέσεις ὑπεύθυνος ἐξωτερικῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ἰλαρίων, τόν προσφάτως διορισθέντα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς (ἀπό Προύσσης) Ἐλπιδοφόρο, ὁ ὁποῖος, γυμνῆ τῆ κεφαλῆ, προσφάτως ἐκήρυξε ὅτι οἱ Παπικοί καί οἱ Προτεστάντες δεν εἶναι αἱρετικοί, ἐνῶ πρό καιροῦ ἀσμένως εἶχε ἀσπασθεῖ τή δεξιά του «Ἁγίου Πατρός» Πάπα τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης;
Γιά νά μή μιλήσουμε γιά τήν Μασωνία, ἡ ὁποία ἔχει ἁλώσει τό Πατριαρχεῖο ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνος καί ἐντεῦθεν, γιά τἠν περιβόητη ἄρση της ἀκοινωνησίας μέ τόν ἀμετανόητο Παπισμό ὑπό τοῦ ἀθέου Ἀθηναγόρου τό 1965, τήν πρὀσφατη μνημόνευση τοῦ Πάπα ἐντός τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ παρουσίᾳ τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ὑπό τοῦ ἱεροφορεμένου Πατριαρχικοῦ Διακόνου σέ ὥρα Ἀκολουθίας, ἐκφώνως ὡς Ἐπισκόπου Ρώμης καί ἄλλα ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός!
Ἀσφαλῶς καί δέν τά ἀγνοεῖ ὅλα αὐτά ὁ κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται νά ἐπισείει τόν «μπαμπούλα» τῆς «τρίτης Ρώμης» ἀποπροσανατολίζοντας τόν κόσμο ἐκ τῶν οὐσιωδῶν, μέ δεδομένη τήν πλήρη ἅλωση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἐδῶ καί μία σχεδόν ἑκατονταετία, ἀπό τόν Οἰκουμενισμό!
Τώρα, ἐάν τόν συγκινοῦν τόσο τά ἱστορικά ἄς ἐπιδοθεῖ στή συγγραφή ἱστορικῶν διηγήσεων καί…. διηγώντας τα νά κλαίει ….καί νά ὀδύρεται!
Ἠ μετοχή στήν ἀλήθεια, ἡ ὑπεράσπιση καί ἡ διεκδίκησή της δικαιώνει τίς Ἐκκλησίες καί ὄχι ὁ ἀγών ὑπέρ τῶν δικαιωμάτων, ἔστω καί ἱστορικῶν καί ἱερῶν. Καί ἡ μετοχή τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στήν ἀλήθεια, τήν ὁποία ὡμολόγησαν οἱ ἅγιοι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, ἔχει κατρακυλήσει στό ναδίρ!
Αὐτό πού σήμερον ἐμφανίζεται ὡς Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ἡ σκιά τῆς ἱστορίας του, τό κουφάρι τοῦ πνεύματός του, τό ἀπολειφάδι τοῦ μεγαλείου του. Εἶναι μία δράκα ἀνθρώπων, μία αὐλή πού προκαλεῖ θέλουσα καί ἐπιμένουσα νά κατευθύνει παγκοσμίως τά νήματα στή ζωή τῆς ἀνά τόν κόσμο Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῶν πάλαι ποτέ δικαίων καί προνομίων του, καί τούτων ἀκόμη δεινῶς παρεμηνευομένων καί παραποιημένων!
Ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χριστόδουλος εἶχε κάνει τό τραγικό λάθος στήν κόντρα του μέ τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο νά ἐπιχειρήσει δικές του πρωτοβουλίες προσεγγίσεως μέ τό Βατικανό μέ ὀλέθριες συνέπειες γιά ἐκεῖνον. Ἐξάλλου, ὁ κ. Βαρθολομαῖος ὑπερασπιζόμενος μέχρι κεραίας τά δίκαια τοῦ Πατριαρχείου, μέ ζῆλο καί ἐμπάθεια κατά τοῦ ἀντιπάλου του, ἔφθασε στά πρόθυρα σχίσματος τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
Ἔξεστι, ὡς φαίνεται, τοῖς Οἰκουμενισταῖς τόν ζῆλον πού τούς «περισσεύει» ἀχρησιμοποίητος, ὡς ἐκ τῆς μειοδοσίας τους σέ θέματα Πίστεως, νά τόν διοχετεύουν σέ ἐμπαθεῖς ἀνταγωνισμούς περί δικαίων, δικαιωμάτων, προνομίων καί ὑπακοῆς προδίδοντας ἔτσι τί πρωτεύει στή δική τους ἱεράρχηση, στόχευση καί μαρτυρία.
Ἡ  ἐμπλοκή τοῦ κ. Ἱεροθέου σέ ὅλα αὐτά μόνο κακό καί φθορά ἀποφέρουν στόν ἴδιο καί στήν σπουδαία, κατά τά ἄλλα, θεολογική ἐργασία του, τήν ὁποία ἀρχίζει ὁ πιστός λαός νά αἰσθάνεται ὡς θεωρίες καί ψυχρούς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀκυρώνονται στήν πράξη καί ἀντί νά τιμοῦν τελικῶς ἐλέγχουν καί ἐκθέτουν τόν συγγραφέα των, λόγω τῆς μή ἐφαρμογῆς των.
Ὁ πιστός καί εὐσεβής λαός τοῦ Θεοῦ ἐχόρτασε ἀπό λόγους καί κείμενα (ὀρθοδοξολογία) καί ἄρθρα, τά ὁποῖα προβάλουν τήν Πατερική Θεολογία, τήν ὁποία, ὅμως, στήν πράξη οἱ συγγραφεῖς καί συντάκτες των καταφρονοῦν καί ἀντί εὐθαρσοῦς ὁμολογίας, ἐν καιρῶ κινδυνευούσης Πίστεως, προκρίνουν τή σιωπή. Ἀντί τῶν ἐπιβεβλημένων κανονικῶν καί ὀρθοδόξων ἐνεργειῶν, ἔναντι τῶν προδοσιῶν τῆς Πίστεως, προτιμοῦν τίς δικαιολογίες ἤ ἀναβολές, καί ἀντί τῆς μιμήσεως τῶν παραδειγμάτων τῶν Ἁγίων ἀκολουθοῦν τόν συμβιβασμό, ὁ ὁποῖος τούς ἐξασφαλίζει θρόνους, βήματα καἰ τήν ἀνοχή ἤ ἀναγνώρισή των ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν πλήν ἤδη πεπτωκότων συναδέλφων των.


Εἶναι ἐν τέλει καί προκλητικό, ὅσοι ἐμφανίζονται ὡς «βλέποντες», ἄν ὄχι μέ τήν θεολογική ἔννοια τοῦ ὅρου, πάντως μέ ἐκείνη τῆς κοινῆς λογικῆς, δηλαδή τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν καί προσώπων πού δέν ἐθελοτυφλοῦν, ἀλλά διακρίνουν τά σημαινόμενα τῶν συμβαινόντων καί τῶν τεκταινομένων, νά ὁμιλοῦν ὡς τυφλοί, ἐπιβαρυνόμενοι ἔτσι μέ τό τεράστιο κακό τό ὁποῖο προξενοῦν σέ ὅσους τούς ἐμπιστεύονται ὡς «βλέποντες» καί ὡς διακρίνοντες τά σημεῖα τῶν καιρῶν.
Αὑτή τήν πρόκληση, δυστυχῶς, ἐπιβεβαιώνουν δι’ ἑαυτούς ὅσοι διαχωρίζουν καί προτάσσουν τήν ἱστορικότητα καί δῆθεν κανονικότητα ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, γιά νά ὑπερασπισθοῦν ἐκείνους τῶν ὁποίων ὡστόσο δέν ἀρνοῦνται (δηλαδή ὁμολογοῦν) τήν ἀντορθόδοξη πορεία. Ὅσοι, ἐνῶ ἀποκαλύπτουν καί καταδεικνύουν τόν ἐκτροχιασμό, ἐκ τῆς εὐθείας ὁδοῦ τῆς ἀποστολικῆς καί ἁγιοπατερικῆς διδασκαλίας, τούς συναδέλφους τους, καταδέχονται νά γίνουν ἀπολογητές καί ὑποστηρικτές των ἔναντι ὅσων εὐστόχως ἤ ἀστόχως, δικαίως ἤ ἀδίκως,  διαφοροποιοῦνται ἀπό αὐτούς.
Οἱ μεταπτώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶναι δεδομένες καί ἀναμφισβήτητες, ἀλλά καί ἐν πολλοῖς γνωστές. Ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως καταγγελία τους, μέ δεδηλωμένη ὡς αἰτιολόγηση τήν ἀποκατάσταση τῆς ἀδίκου καί μή ἀντικειμενικῆς μονομεροῦς ἐπικρίσεως τῶν οἰκουμενιστικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καί τοῦ Προκαθημένου του προκαλεῖ τόν ὀρθόδοξο λαό! Γενικῶς δε, προκαλεῖ σύγχυση καί εἶναι ἀλυσιτελής. Ἄν καί ὄχι γιά ὅλους, ὅπως, ἐπί παραδείγματι, γιά συγκεκριμένους πολιτικούς παράγοντες ἤ ἄλλους ἀντιπάλους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.
Πέραν αὐτῶν ἐνέχουν καί τό στοιχεῖο τῆς ἀντιφατικότητος, τῆς παραδοξότητος ἀλλά καί προκαλοῦν καχυποψία, περί τυχόν εὐρύτερων σκοπιμοτήτων, τέτοιες ἐνεργειες. Διότι εἶναι ἀντιφατικό ὁ Σεβ. κ. Ἱερόθεος νά διαφοροποιεῖ ἑαυτόν ἀπό τούς ἀντιοικουμενιστές, μετά τῶν ὁποίων μέχρι πρότινος συνεργαζόταν, ἀφ’ ἑνός μέν ἀποδοκιμάζοντας τόν Οἰκουμενισμό, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὑπερασπιζόμενος ἔστω καί γιά λόγους ἀποκαταστάσεως τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας τό οἰκουμενιστικό Φανάρι.
Εἶναι παράδοξο ὁ Σεβ. κ. Ἱερόθεος νά συμμαχεῖ μετά τοῦ κ. Βαρθολομαίου κατά τῆς Μόσχας γιά τό ζήτημα τῆς ἀποχῆς τῆς τελευταίας ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου τῆς Κρήτης καί νά ἐπικρίνει τήν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδοκιμασία ἐκείνης (τῆς Μόσχας) πρός αὐτήν (τή σύνοδο τῆς Κρήτης), ὅταν ὁ ἴδιος καί τή Μόσχα θεωρεῖ ἐπί τῆς οὐσίας οἰκουμενιστική, ἀλλά καί δηλώνει ἀποκαλυπτικά ὅτι ἡ πλειοψηφία τὼν συμμετασχόντων στήν ἀντι-Σύνοδο τῆς Κρήτης Προκαθημένων, καθώς καί οἱ περισσότεροι τῶν ἐπισκόπων πού τούς πλαισίωναν ἐκεῖ, ἀναγνωρίζουν τήν ὕπαρξη Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καί μυστηρίων στόν Παπισμό, ὅπως σέ τελευταῖο ἄρθρο του (καί πάλι περί τοῦ Οὐκρανικοῦ), ὁ ἴδιος ἀναφέρει.


Εὐλόγως, κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ὁ κ. Ἱερόθεος θά πρέπει νά θεωρεῖται ἐκ τῶν θιασωτῶν τῆς συγκλήσεως τῆς συνόδου τῆς Κρήτης, τή συμμετοχή στήν ὁποία θεωροῦσε ἐπιβεβλημένη, χάριν τῆς ὑπακοῆς καί ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, παρά τό ὅτι – ἐδῶ εἶναι καί τό πλέον ἐνδιαφέρον τοῦ πράγματος – ἐγνώριζε καί τά ἀντορθόδοξα φρονήματα τῶν συμμετεχόντων, καί τά δεδομένα σφάλματα τῶν προετοιμασμένων ἀποφάσεών της, καί, βεβαίως, δέν ἀγνοοῦσε τά φρονήματα τοῦ πρωτεργάτου καί προεδρεύοντος αὐτῆς κ. Βαρθολομαίου.
Σέ τί, λοιπόν, ἀπέβλεπε καί τί προσδοκοῦσε ὡς ὀρθόδοξος Ἱεράρχης καί πατερικός Θεολόγος ὁ κ. Ἱερόθεος, ὑπό τά ἀνωτέρω δεδομένα, τόσον ἐκ τῆς συγκλήσεως τῆς συνόδου τῆς Κρήτης, ὅσον καί ἐκ τῆς ἰδικῆς του συμμετοχῆς σέ αὐτήν; Εἶχε δεσμεύσεις ἔναντι τοῦ προεδρεύοντος; Εἶχε ἐμπιστοσύνη στίς δυνάμεις του καί τήν βαρύτητα τῶν παρεμβάσεών του πρός ἀποτροπή ἤ διόρθωση τῶν ἐσφαλμένων τοποθετήσεων; Ἤ εἶχε ἁπλῶς τήν ἀνθρώπινη φιλοδοξία τῆς συμμετοχῆς σέ ἕνα τόσο σημαντικό γεγονός;
Ἡ ψευδο-σύνοδος τῆς Κρήτης ὑπό τίς δεδομένες προδιαγραφές συγκλήσεώς της (σέ ὅλα τά ἐπίπεδα καί τούς τομεῖς) ἦταν πλέον ἤ βέβαιο ὅτι θά εἶχε τήν κατάληξη τήν ὁποία τελικῶς εἶχε. Δέν θά εἶχε τήν ἴδια κατάληξη, κατά τήν ταπεινή μας ἄποψη, ἐάν εὐρίσκετο ἔστω καί ἕνας ἐκ τῶν συμμετασχόντων Προκαθημένων, ἀκόμη ἔστω καί ἕνας ἐκ τῶν συνοδευόντων αὐτούς Ἐπισκόπων, ὁ ὁποῖος θά εἶχε τήν παρρησία ὄχι ἁπλῶς νά διαφωνήσει ἀλλά καί νά ἀποχωρήσει ἀπό μία τέτοια προκατασκευασμένη καί οἰκουμενιστικῶν προδιαγραφῶν Σύνοδο.
Ἔλειπε ἀπό τή «σύνοδο» τῆς Κρήτης, τή νέα αὐτή σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ἕνας Μᾶρκος Εὐγενικός καί, δυστυχῶς, ἐξ ὅσων συνεχῶς ἀποκαλύπτονται αὐτόν τόν ρόλο καἰ τήν ἀποστολή οὔτε διατεθειμένος, οὔτε ἀποφασισμένος, οὔτε ἱκανός στάθηκε γιά νά τά ὑπηρετήσει κάποιος Ἐπίσκοπος, εἴτε Ἕλληνας, εἴτε Σλάβος ἤ ἄλλης καταγωγῆς, οὔτε βεβαίως ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος. Ὁ τελευταῖος μάλιστα φαίνεται μετά τή λήξη αὐτῆς νά διαδραματίζει ἕναν περίεργο ρόλο.
Ρόλος, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν πραγμάτων διαπιστώνεται νά προωθεῖ καί προβάλλει, εἴτε ἐκ πλάνης, εἴτε ἐκ συμβιβασμοῦ, τήν ἔμμεση ὑποστήριξη μιᾶς «μυξορθοδοξίας».  Μιᾶς, κατ’ οὐσίαν Καινοτομίας καί ἑνός θεολογικοῦ ἀκροβατισμοῦ πού ἐπιχειροῦν νά συμβιβάσουν τά ἀσυμβίβαστα πρός ἐφάμαρτη καθησύχαση τῶν πολλῶν ἀφελῶν καί ἀνυποψιάστων. Πρόκειται γιά τήν καινοτομία στήν ὁποία καταλήγει ὁ αὐτοαναιρούμενος ὀγκώδης περί τῆς «Συνόδου στήν Κρήτη» (καί ὄχι τῆς Κρήτης, κατά τήν λογοπαιγνιώδη διάθεση τοῦ συγγραφέως) συγγραφείς ὑπό τοῦ κ. Ἱεροθέου Τόμος, ἀπολογητικοῦ χαρακτῆρος, ὡς συμπεράσματός του καί ὡς προτεινομένης ὑπ’ αὐτοῦ ἐφευρετικῆς θεολογικῆς διεξόδου ἀπό τήν ἐκκλησιολογική συμφορά τῶν Κολυμπαρείων ἀποφάσεων.


Εἶναι ἡ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ περί δῆθεν δυνατότητος μελλοντικῆς Συνοδικῆς διορθώσεως των ἐσφαλμένων (κακοδόξων) ἀποφάσεων τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, ἀσφαλῶς χωρίς ἀκύρωση καί καταδίκη της, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. [Σημείωση: Μέχρι τότε οὐδείς ἐπιβάλλεται νά τήν καταδικάζει ἤ ἀποκηρύττει ὅπως θά ἔπρατταν οἱ Πατέρες. Συμφωνοῦντες δέ μετ’ αὐτῆς καί διαφωνοῦντες μποροῦν νά καυχῶνται γιά τήν ὀρθοδοξία των ἀρκεῖ νά κοινωνοῦν μεταξύ των!Καινοτομία, ἡ ὁποία βασίζεται στήν ἀντικανονική θεωρία τῆς ὑποστηρίξεως περί ὑπάρξεως καί ἀναγνωρίσεως στήν ἐκκλησιαστική ἰστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πέραν τῶν γνωστῶν δύο περιπτώσεων καί κατηγοριῶν συνόδων, δηλαδή τῶν κανονικῶν καί ὀρθοδόξων ἁγίων Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν κακοδόξων καί ληστρικῶν, μιᾶς ἀκόμη, τρίτης: τῶν ἡμι-ὀρθοδόξων συνόδων πού εἶχαν, ὅπως ἡ σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου, πάντα κατά τόν κ. Ἱερόθεο, ἀρκετά καλά καί μερικά κακά στοιχεῖα στίς ἀποφάσεις τους!
Μή θεωρηθεῖ, λοιπόν, οὔτε βαρύ, οὔτε εἰρωνικό, οὔτε ἄστοχο, ἐάν τήν εὔστοχη ἐρώτηση, ἀναφερόμενος στή διαστρέβλωση τῆς ἱστορικῆς θεολογικῆς πραγματικότητος τήν ὁποία ἐπεχείρησαν στήν κοινή δήλωσή τους Πάπας καί Πατριάρχης Μόσχας (Κούβα 2016), ἀποδίδοντας θετικά καί ἀρνητικά γεγονότα γενικῶς καί ἀορίστως στήν ἱστορία, ἀρνούμενοι τήν εὐθύνη οἱουδήποτε γιά ὁτιδήποτε (ἤ καί κατηγορώντας ὅλους γιά ὅλα) καί ἐπιπλέον ἀμνηστεύοντας ἀκόμη καί τήν Οὐνία «Τί σοῦ εἶναι αὐτή ἡ ἱστορία;», τήν ὁποία διατυπώνει στό ἐν λόγῳ ἄρθρῳ του ὁ κ. Ἱερόθεος, ἐμεῖς, ἀφοῦ τήν προσαρμόσουμε στήν περίπτωση  τήν ἀπευθύνουμε στόν ἴδιο, γιά ἀναστοχασμό καί ἀναθεώρηση, ὡς ἑξῆς: Τί σοῦ εἶναι (Σεβασμιώτατε) ὁ Οἰκουμενισμός;Ἀκόμη καί λίγο νά τόν πλησιάσεις, μή προτιθέμενος νά τόν καταδικάσεις καί νά ἀπομακρυνθεῖς ἀπό τούς φορεῖς του, ἐπηρεάζεσαι!….
Ἀντιθέτως, δέν κινδυνεύεις ἀπό τήν ἀντίχριστη καί ἐκκλησιοκτόνο αὐτή αἵρεση καί λύμη, ὅταν ἐνθυμεῖσαι καί (κυρίως) ἐφαρμόζεις τά λόγια τοῦ μεγίστου ἀντιπαπικοῦ Θεολόγου τῆς Ἀνατολῆς, τοῦ Θεοφόρου Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἐπισημαίνοντος: «Ποῖος κλῆρος, ποία μερίς, τίς γνησιότης πρός τήν Χριστοῦ ἐκκλησίαν, τῷ συνηγόρῳ τοῦ ψεύδους, ἐκκλησίαν, ἥ “στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας” κατά Παῦλόν ἐστιν, ἥ καί μένει χάριτι Χριστοῦ διηνεκῶς ἀσφαλής καί ἀκράδαντος, ἐστηριγμένη παγίως οἷς ἐπεστήρικται ἡ ἀλήθεια; Καί γάρ οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί • καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί, καί τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἄν και σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καί ἀρχιποίμενας ἱερούς ἑαυτούς καλοῦντες καί ὑπ’ ἀλλήλων καλούμενοι• μηδέ γάρ προσώποις τόν χριστιανισμόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καί ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα»(Γρηγ. Παλαμᾶ Συγγράμματα, Π. Χρήστου, τόμος 2, σελ. 627 καί ΕΠΕ 3, 606).
Πηγή ΑΚΤΙΝΕΣ