Μακαριστός π.Αλέξανδρος Σμέμαν
Μακαριστός π.Αλέξανδρος Σμέμαν

Πολλά μπράβο στήν Κερκύρας, πού πάει γιά μία ἀκόμη φορά κόντρα στό ρεῦμα τῆς τυφλῆς ὑποδούλωσης.
Απόσπασμα από το Συναξάρι της Αγίας στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη
Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει κανένας πού νὰ μπορεῖ νὰ δώσει ἀξιόπιστη ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό. Μόνο ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ παραδείσου πού νοσταλγεῖ ἡ ψυχή μας, τώρα πού ζεῖ στὸ παγωμένο σύθαμπο τῆς ἐπίγειας ὕπαρξής μας. Γνωρίζει ἐπίσης τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο χελιδόνι, τὸ πρῶτο πού πετάει πρὸς τὸν τόπο τῆς νοσταλγίας, τῆς ἐπαγγελίας, πού διαλύει τὸ σκοτάδι, διαπερνᾶ μὲ τὰ δυνατὰ φτερὰ του τὴ βαριὰ ἀτμόσφαιρα ἀνάμεσα σὲ γῆ καὶ οὐρανὸ κι ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὸ σμῆνος πού ἀκολουθεῖ. Κι ἀκόμα ἡ στρατευόμενη Ἐκκλησία στὴ γῆ θὰ σοῦ πεῖ γι’ ἀμέτρητα σμήνη χελιδονιῶν πού ἀκολούθησαν τὸ πρῶτο Χελιδόνι καὶ πέταξαν μαζί Του στὸν εὐλογημένο τόπο, ὅπου ἀφθονοῦν ὅλα τ’ ἀγαθὰ, τὸν τόπο τῆς αἰώνιας ἄνοιξης.
Θὰ ἔχεις ἀντιληφθεῖ πώς μὲ τὸ σωστικὸ αὐτὸ χελιδόνι ἐννοῶ τὸν ἀναληφθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ ἴδιος δὲν εἶπε πώς εἶναι ἡ Ὁδός; Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους, «πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ’ 2, 3); Καὶ πρὶν ἀπ’αὐτὸ δὲν τοὺς εἶχε πεῖ, «κἀγώ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιβ’ 32); Ὅλ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος εἶχε πεῖ, ἄρχισαν νὰ ἐκπληρώνονται λίγες βδομάδες ἀργότερα καὶ συνεχίζουν νὰ ἐκπληρώνονται μέχρι σήμερα καὶ θὰ ἐκπληρώνονται ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Χριστός, πού ἦταν ἡ ἀρχή τῆς πρώτης δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἔγινε ἀρχή καὶ τῆς δεύτερης δημιουργίας ἢ ἡ εὐλογημένη ἀνακαίνιση τῆς παλιᾶς.
Ἡ ἁμαρτία ἔδεσε τὰ φτερὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῶν ἀπογόνων του κι ἔτσι ἀπομακρύνθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς τύφλωσε ὁ ἴδιος πηλὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν πλαστεῖ. Ὁ Χριστός, ὁ πρῶτος Ἀδὰμ καὶ πρῶτος Ἄνθρωπος, ὁ πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀναλήφθηκε μὲ πνευματικὰ φτερὰ στὸν οὐρανό, στὸ θρόνο τῆς αἰώνιας δόξας καὶ δύναμης. Βάδισε τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὅλες τὶς πύλες του γιὰ τοὺς πιστοὺς πού ἔχουν ἀνοιγμένα τὰ πνευματικὰ φτερά τους, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὰ ἀϊτόπουλα, ὅπως τὸ χελιδόνι πού πετᾶ πρῶτο, ἐπικεφαλῆς, δείχνει στὸ σμῆνος τὸ δρόμο κι ἐκμηδενίζει τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀέρα.
«Τὶς δώσῃ μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ’ 7), ἀναφωνεῖ θλιμμένος ὁ Ψαλμωδὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί; Ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος: «ἡ καρδιά μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5, 6). Τέτοια τρομερὴ αἴσθηση νεκρικῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας πρέπει νὰ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐρημιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς, σὰν ἐφιάλτης σκοτεινὸς πού βάραινε ὅλο τὸ λογικὸ καὶ δίκαιο κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.
π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁμότιμος καθηγητής Πατρολογίας Α.Π.Θ.
… Κοντά στόν ὑγιῆ Χριστιανισμό, πού στηριζόταν στή μαρτυρία καί στήν ἐμπειρία τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων, ἐμφανίστηκε καί ἕνας «οὐμανιστικός» Χριστιανισμός, πού μέ βάση τήν φιλοσοφία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν, τοῦ Ἀριστοτέλους καί τοῦ Πλάτωνος κυρίως, μέ πολλή δέ ἐμπιστοσύνη στόν ἀνθρώπινο νοῦ, στόν ἀνθρώπινο λόγο, προσπάθησε νά μεταβάλλει τόν Χριστιανισμό ἀπό ζωή καί ἐμπειρία, θέαση καί ὅραση, σέ φιλοσοφικοθεολογικό σύστημα.
Εἶναι ὁ οὐμανισμός τῆς τότε ἐποχῆς, «ὁ ἑλληνίζων Χριστιανισμός», ὅπως τόν χαρακτηρίζουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν ὁποῖον ἀπέρρευσαν κατά τήν ἐκτἰμησή τους ὅλες οἱ αἱρέσεις.
… Ὑπάρχουν λοιπόν δύο εἴδη Ἑλληνσμοῦ· ὁ αἱρετικός, ὁ κοσμικός Ἑλληνισμός, πού ἀντί νά μεταπλασθεῖ θέλησε νά μεταπλάσει τόν Χριστιανισμό, καί ὁ ὀρθόδοξος, ὁ ὑγιής Ἑλληνισμός, ὁ ὁποῖος ἀφομοιώθηκε μέσα στήν Ὀρθοδοξία ἁρμονικά καί ἰσορροπημένα. Ἡ διάκριση αὐτή ἔχει μεγάλη σημασία γιά τούς σημερινούς προσανατολισμούς τοῦ Γένους.
Ὁ σημερινός δυτικός πολιτισμός, ὅπως τόν ἐκφράζει ἡ Εὐρώπη, δέν ἔχει σχέση μέ τήν ὀρθοδοξία. Οἰκοδομήθηκε πάνω στόν κοσμικό Ἑλληνισμό.
Ὁ κοσμικός Ἑλληνισμός προσπάθησε νά μετατοπίσει τόν Χριστιανισμό ἀπό τήν ἐμπειρἰα, τήν πράξη, τή θέα τοῦ Θεοῦ, στό λόγο, στή διανόηση, στή φιλοσοφία.
… Ἀντέδρασε ὅμως ἀποτελεσματικά σ’ αὐτὀ ἡ Ἐκκλησία καί ἀπό τήν ἀντίδρασή της αὐτή προεκλήθησαν οἱ μεγάλες σύνοδοι, ἀνεδείχθησαν οἱ μεγάλοι Πατέρες καί διδἀσκαλοι, διετυπώθησαν τά σύμβολα καί τά δόγματα.
Οἱ ἀγῶνες ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, πού διεξήγαγαν μέ ἐπιτυχία οἱ μεγάλες πατερικές μορφές, δέν ἦσαν ἁπλές φιλολογικές διαμάχες γιά τήν ἔννοια αὐτοῦ ἤ ἐκείνου τοῦ ὅρου, γιά τό νόημα αὐτοῦ ἤ ἐκείνου τοῦ χωρίου τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἐπεδίωκαν νά ἀφήσουν ἀνοικτούς τούς οὐρανούς πού τούς ἐκλειναν οἱ αἱρετικοί μέ τήν παρεμβολή τῶν ἀνθρωπίνων συστημάτων τους, νά διασφαλίσουν στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα νά ὑπερβεῖ τήν φύση του καί τήν κοσμική του ὀντότητα, νά μετάσχει τῆς θείας φύσεως, νά θεωθεῖ.
Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ- ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ
ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ, σελ. 17, τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου
Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ. -Ἐκδόσεις «Τό
Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2019.
Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς
Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός

Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν.Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτεεπιμελέστατος. Και θα επιμείνω,ότι κανείς καλύτερά μου δεν γνωρίζει5Πατέρας ή Γραφάς, ή τους Κανόνας των Συνόδων.Εις κάθε αμφιβολίαν του ο Βοτανειάτης,εις κάθε δυσκολίαν στα εκκλησιαστικά,εμένα συμβουλεύονταν, εμένα πρώτον.Αλλά εξόριστος εδώ (να όψεται η κακεντρεχής10Ειρήνη Δούκαινα), και δεινώς ανιών,ουδόλως άτοπον είναι να διασκεδάζωεξάστιχα κι οκτάστιχα ποιών —να διασκεδάζω με μυθολογήματαΕρμού, και Απόλλωνος, και Διονύσου,15ή ηρώων της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου·και να συνθέτω ιάμβους ορθοτάτους,όπως — θα μ’ επιτρέψετε να πω — οι λόγιοιτης Κωνσταντινουπόλεως δεν ξέρουν να συνθέσουν.Αυτή η ορθότης, πιθανόν, είν’ η αιτία της μομφής. [1921, 1921*] |