Απόσπασμα από το Συναξάρι της Αγίας στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη
Απόσπασμα από το Συναξάρι της Αγίας στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη
Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει κανένας πού νὰ μπορεῖ νὰ δώσει ἀξιόπιστη ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό. Μόνο ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ παραδείσου πού νοσταλγεῖ ἡ ψυχή μας, τώρα πού ζεῖ στὸ παγωμένο σύθαμπο τῆς ἐπίγειας ὕπαρξής μας. Γνωρίζει ἐπίσης τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο χελιδόνι, τὸ πρῶτο πού πετάει πρὸς τὸν τόπο τῆς νοσταλγίας, τῆς ἐπαγγελίας, πού διαλύει τὸ σκοτάδι, διαπερνᾶ μὲ τὰ δυνατὰ φτερὰ του τὴ βαριὰ ἀτμόσφαιρα ἀνάμεσα σὲ γῆ καὶ οὐρανὸ κι ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὸ σμῆνος πού ἀκολουθεῖ. Κι ἀκόμα ἡ στρατευόμενη Ἐκκλησία στὴ γῆ θὰ σοῦ πεῖ γι’ ἀμέτρητα σμήνη χελιδονιῶν πού ἀκολούθησαν τὸ πρῶτο Χελιδόνι καὶ πέταξαν μαζί Του στὸν εὐλογημένο τόπο, ὅπου ἀφθονοῦν ὅλα τ’ ἀγαθὰ, τὸν τόπο τῆς αἰώνιας ἄνοιξης.
Θὰ ἔχεις ἀντιληφθεῖ πώς μὲ τὸ σωστικὸ αὐτὸ χελιδόνι ἐννοῶ τὸν ἀναληφθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ ἴδιος δὲν εἶπε πώς εἶναι ἡ Ὁδός; Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους, «πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ’ 2, 3); Καὶ πρὶν ἀπ’αὐτὸ δὲν τοὺς εἶχε πεῖ, «κἀγώ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιβ’ 32); Ὅλ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος εἶχε πεῖ, ἄρχισαν νὰ ἐκπληρώνονται λίγες βδομάδες ἀργότερα καὶ συνεχίζουν νὰ ἐκπληρώνονται μέχρι σήμερα καὶ θὰ ἐκπληρώνονται ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Χριστός, πού ἦταν ἡ ἀρχή τῆς πρώτης δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἔγινε ἀρχή καὶ τῆς δεύτερης δημιουργίας ἢ ἡ εὐλογημένη ἀνακαίνιση τῆς παλιᾶς.
Ἡ ἁμαρτία ἔδεσε τὰ φτερὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῶν ἀπογόνων του κι ἔτσι ἀπομακρύνθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς τύφλωσε ὁ ἴδιος πηλὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν πλαστεῖ. Ὁ Χριστός, ὁ πρῶτος Ἀδὰμ καὶ πρῶτος Ἄνθρωπος, ὁ πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀναλήφθηκε μὲ πνευματικὰ φτερὰ στὸν οὐρανό, στὸ θρόνο τῆς αἰώνιας δόξας καὶ δύναμης. Βάδισε τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὅλες τὶς πύλες του γιὰ τοὺς πιστοὺς πού ἔχουν ἀνοιγμένα τὰ πνευματικὰ φτερά τους, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὰ ἀϊτόπουλα, ὅπως τὸ χελιδόνι πού πετᾶ πρῶτο, ἐπικεφαλῆς, δείχνει στὸ σμῆνος τὸ δρόμο κι ἐκμηδενίζει τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀέρα.
«Τὶς δώσῃ μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ’ 7), ἀναφωνεῖ θλιμμένος ὁ Ψαλμωδὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί; Ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος: «ἡ καρδιά μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5, 6). Τέτοια τρομερὴ αἴσθηση νεκρικῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας πρέπει νὰ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐρημιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς, σὰν ἐφιάλτης σκοτεινὸς πού βάραινε ὅλο τὸ λογικὸ καὶ δίκαιο κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.
π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁμότιμος καθηγητής Πατρολογίας Α.Π.Θ.
… Κοντά στόν ὑγιῆ Χριστιανισμό, πού στηριζόταν στή μαρτυρία καί στήν ἐμπειρία τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων, ἐμφανίστηκε καί ἕνας «οὐμανιστικός» Χριστιανισμός, πού μέ βάση τήν φιλοσοφία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν, τοῦ Ἀριστοτέλους καί τοῦ Πλάτωνος κυρίως, μέ πολλή δέ ἐμπιστοσύνη στόν ἀνθρώπινο νοῦ, στόν ἀνθρώπινο λόγο, προσπάθησε νά μεταβάλλει τόν Χριστιανισμό ἀπό ζωή καί ἐμπειρία, θέαση καί ὅραση, σέ φιλοσοφικοθεολογικό σύστημα.
Εἶναι ὁ οὐμανισμός τῆς τότε ἐποχῆς, «ὁ ἑλληνίζων Χριστιανισμός», ὅπως τόν χαρακτηρίζουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν ὁποῖον ἀπέρρευσαν κατά τήν ἐκτἰμησή τους ὅλες οἱ αἱρέσεις.
… Ὑπάρχουν λοιπόν δύο εἴδη Ἑλληνσμοῦ· ὁ αἱρετικός, ὁ κοσμικός Ἑλληνισμός, πού ἀντί νά μεταπλασθεῖ θέλησε νά μεταπλάσει τόν Χριστιανισμό, καί ὁ ὀρθόδοξος, ὁ ὑγιής Ἑλληνισμός, ὁ ὁποῖος ἀφομοιώθηκε μέσα στήν Ὀρθοδοξία ἁρμονικά καί ἰσορροπημένα. Ἡ διάκριση αὐτή ἔχει μεγάλη σημασία γιά τούς σημερινούς προσανατολισμούς τοῦ Γένους.
Ὁ σημερινός δυτικός πολιτισμός, ὅπως τόν ἐκφράζει ἡ Εὐρώπη, δέν ἔχει σχέση μέ τήν ὀρθοδοξία. Οἰκοδομήθηκε πάνω στόν κοσμικό Ἑλληνισμό.
Ὁ κοσμικός Ἑλληνισμός προσπάθησε νά μετατοπίσει τόν Χριστιανισμό ἀπό τήν ἐμπειρἰα, τήν πράξη, τή θέα τοῦ Θεοῦ, στό λόγο, στή διανόηση, στή φιλοσοφία.
… Ἀντέδρασε ὅμως ἀποτελεσματικά σ’ αὐτὀ ἡ Ἐκκλησία καί ἀπό τήν ἀντίδρασή της αὐτή προεκλήθησαν οἱ μεγάλες σύνοδοι, ἀνεδείχθησαν οἱ μεγάλοι Πατέρες καί διδἀσκαλοι, διετυπώθησαν τά σύμβολα καί τά δόγματα.
Οἱ ἀγῶνες ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, πού διεξήγαγαν μέ ἐπιτυχία οἱ μεγάλες πατερικές μορφές, δέν ἦσαν ἁπλές φιλολογικές διαμάχες γιά τήν ἔννοια αὐτοῦ ἤ ἐκείνου τοῦ ὅρου, γιά τό νόημα αὐτοῦ ἤ ἐκείνου τοῦ χωρίου τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἐπεδίωκαν νά ἀφήσουν ἀνοικτούς τούς οὐρανούς πού τούς ἐκλειναν οἱ αἱρετικοί μέ τήν παρεμβολή τῶν ἀνθρωπίνων συστημάτων τους, νά διασφαλίσουν στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα νά ὑπερβεῖ τήν φύση του καί τήν κοσμική του ὀντότητα, νά μετάσχει τῆς θείας φύσεως, νά θεωθεῖ.
Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ- ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ
ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ, σελ. 17, τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου
Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ. -Ἐκδόσεις «Τό
Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2019.
Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς
Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός

Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν.Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτεεπιμελέστατος. Και θα επιμείνω,ότι κανείς καλύτερά μου δεν γνωρίζει5Πατέρας ή Γραφάς, ή τους Κανόνας των Συνόδων.Εις κάθε αμφιβολίαν του ο Βοτανειάτης,εις κάθε δυσκολίαν στα εκκλησιαστικά,εμένα συμβουλεύονταν, εμένα πρώτον.Αλλά εξόριστος εδώ (να όψεται η κακεντρεχής10Ειρήνη Δούκαινα), και δεινώς ανιών,ουδόλως άτοπον είναι να διασκεδάζωεξάστιχα κι οκτάστιχα ποιών —να διασκεδάζω με μυθολογήματαΕρμού, και Απόλλωνος, και Διονύσου,15ή ηρώων της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου·και να συνθέτω ιάμβους ορθοτάτους,όπως — θα μ’ επιτρέψετε να πω — οι λόγιοιτης Κωνσταντινουπόλεως δεν ξέρουν να συνθέσουν.Αυτή η ορθότης, πιθανόν, είν’ η αιτία της μομφής. [1921, 1921*] |
Στίχοι
Τὸν σὴν ἀπαγγείλαντα σάρκωσιν Νόα,
Τιμῇ πρεπούσῃ πᾶσα σὰρξ τιμᾷ, Λόγε.
Εἰκάδι ἀμφ᾿ ὕμνους Γαβριὴλ κτίσιν ἕκτῃ ἐγείρει
Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον, και του απ’ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις. Ο Υιός του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν˙ Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.
Μετά την μπόρα την δαιμονική θά ‘ρθει η λιακάδα η Θεϊκή.
Αιωνία η ευγνωμοσύνη μας στους Αγωνιστές του 1821
Αγιασμένες πνοές της Ρωμιοσύνης…
Το ηρωικότερο επεισόδιο του Αγώνα, από την Έξοδο του Μεσολογγίου
«Ήταν πρωί, Σάββατο του Λαζάρου, 10 Απριλίου του 1826, όταν συγκροτήθηκε το νεκροδόξαστο εκείνο συμβούλιο αποφάσεως. Ήταν ένα συμβούλιο θανάτου. Οι καπεταναίοι είχαν αναλάβει να διερευνήσουν, με ανιχνευτές την ύπαρξη μυστικού δρόμου-διόδων για ακίνδυνο πέρασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων στην ελευθερία. Κανένας όμως δεν έφερε ελπιδοφόρα πληροφορία. Οι λόγχες και οι στενωποί φυλάγονταν άγρυπνα από τους πολιορκητές σε βάθος χώρου και τόπου. Γενική ήταν η κατήφεια και η σιωπηλή θλίψη. Την σιωπή της στιγμής έσπασε η βροντώδης και σταθερή έκρηξη του τρανοδύναμου αρχηγού της Φρουράς, του Θανάση Ραζη-Κότσικα.
– Υπάρχει δρόμος ωρέ!
– Ποιος είναι, στρατηγέ, και δεν τον λες τόση ώρα; Διαμαρτυρήθηκαν όλοι οι παριστάμενοι.
– Είναι ο δρόμος του Θεού, φωνάζει».,
από το βιβλίο του Ν. Βούλγαρη Το Μεσολόγγι των Ιδεών, ερμηνεία της απόφασης της Εξόδου)
***
Η θυσία του αγίου Πατριάρχη μας Γρηγορίου
«Επειδή η οδός ήτο ανωφερής και ο γέρων Πατριάρχης, συντετριμμένος ών εκ των ταλαιπωριών, δεν ηδύνατο να βαδίση, υπεβαστάχθη υπό δύο τούρκων στρατιωτών και ούτω διήλθε διά μέσου του κατακλύσαντος τον περί το Πατριαρχείον χώρον και την αυλήν αυτού τουρκικού και ιουδαϊκού όχλου μέχρι της πύλης του Πατριαρχείου ». Εκεί ο δήμιος « βοηθούμενος από πολυαρίθμων Ιουδαίων » ετοίμασε την αγχόνην.
Εν τω μεταξύ: « Ο Πατριάρχης ίστατο κατά την τραγικήν εκείνην σκηνήν, σιωπηλώς προσευχόμενος και έχων κεκλιμένην την κεφαλήν επί του δεξιού ώμου. Ατάραχος και μετά χριστιανικής γαλήνης υφίστατο το ηθικόν εκείνο μαρτύριον ».
Τελικά ένας « ρωμαλέος αχθοφόρος » …ύψωσεν αυτόν επί των ώμων προς τον επί της κλίμακος ιστάμενον δήμιον, όστις περιβολών τον τράχηλον αυτού διά του βρόχου, αφήκεν αυτόν μετέωρον, εν μέσω των αλλαλαγμών μέν των τούρκων και Ιουδαίων…
Oι τούρκοι και ιουδαίοι έρριπτον λίθους επί το αίωρούμενον εκ της αγχόνης λείψανον αυτού, βλασφημούντες και λοιδορούντες…»
« Το λείψανον του Γρηγορίου έμεινε κρεμάμενον επί τρεις ημέρας, μάτην δέ προσεπάθησεν ο Πατριάρχης Ευγένιος να εξαγόραση αυτό και θάψη.
Tη 13η Απριλίου εικοσαμελής επιτροπεία Εβραίων δι” 800 γροσίων ηγόρασε το λείψανον παρά του δημίου, όστις παρέδωκεν αυτό εις την διάθεσιν του απανταχόθεν της Κων/πόλεως συρρεύσαντος εβραϊκού όχλου.
Ούτος δέ προσδέσας το απογυμνωθέν μέν αλλά φέρον τον βρόχον λείψανον του ιερομάρτυρος από των ποδών, μετά κραυγών χαράς καί αρών κατά της χριστιανικής θρησκείας έσυρεν αυτό ανά τας οδούς…
Ούτω φρικωδώς λίαν έβλεπε τις τα σώματα του τε Πατριάρχου και των λοιπών μαρτύρων, μολυνόμενα διά χειρών βέβηλων, συρρόμενα εντός του πηλού των ρυάκων και χρησιμεύοντα ως παίγνιον του αγρίου μίσους των απογόνων του θεοκτόνου λαού…» .
«Συναξαριστή Νεομαρτύρων», εκδ. «Ορθοδόξου Κυψέλης» Θεσ/νίκη 1984, σελ. 439 – 442.,763
Κατά την πολιορκία της Τριπόλεως από τους Ελληνες, οι εβραίοι μετήλθαν τα γνωστά εβραϊκά τεχνάσματα για να σωθούν:
«Οι Εβραίοι, μιά νύχτα, μπόρεσαν να βγάλουν μερικούς δικούς τους έξω από το κάστρο. Γλίστρησαν ως την καλύβα του Υψηλάντη και του πρότειναν να τους αφήσει να βγουν, να τους εγγυηθεί ασφάλεια ζωής και περιουσίας κι αυτοί θάδιναν ένα μεγάλο ποσό στους πολιορκητές.
Μά ποιος μπορούσε ν” ακούσει τέτοιες προτάσεις.
Ούτ” ένα παλικάρι δεν ήταν στο στρατόπεδο που να μήν ξαίρει τον άθλιο ρόλο πούχαν παίξει στην τραγωδία της κρεμάλας του πατριάρχη, το μίσος και το φανατισμό πούχαν δείξει βρίζοντας το λείψανο τον, σέρνοντάς το στους δρόμους, οι Εβραίοι της Πόλης.
Τους έδιωξαν μ” άγριες φοβέρες ».φοβέρες ».
Σπύρος Μελάς «Ο Γέρος του Μοριά» έκδ. «Μπίρης» Αθ. 1975, σελ. 290
Ἱστορικὰ ἐπιχειρήματα γιὰ τὴν ὕπαρξη κρυφῶν σχολειῶν.
Εἶναι, ὅμως, πολλὰ τὰ ἐπιχειρήματα γιὰ τὸ ἀβάσιμο αὐτῶν τῶν ἀπόψεων:
Κατ’ ἀρχάς, εἶναι βέβαιον, πὼς οἱ Τοῦρκοι κατακτητὲς εἶχαν ἐντοπίσει πὼς δυὸ ἤτανε οἱ βασικοὶ τόποι ἐνίσχυσης τῆς ἐθνικῆς συνείδησης καὶ, κατὰ συνέπεια, τόποι ἐκκόλαψης ἐξεγέρσεων: οἱ ἐκκλησίες καὶ τὰ σχολεῖα.
Στὶς πόλεις σπανιότατα ἐπιτρεπόταν ἡ ἀνέγερση ναοῦ καὶ ὅσοι ναοὶ βρίσκονταν κοντὰ σὲ μουσουλμανικοὺς χώρους κατεδαφίζονταν. Γνωρίζουμε, ἐπίσης, πὼς ἀποτελοῦσε ἐπίσημη πρακτικὴ τῶν διαδόχων τοῦ Μωάμεθ ἡ μετατροπὴ χριστιανικῶν ναῶν σὲ τζαμιά καὶ μόνο τρεῖς ἀπὸ τοὺς ναοὺς τῆς πάλαι ποτὲ Βασιλεύουσας διατηρήθηκαν. Τοὺς περίλαμπρους ναοὺς ἀντικατέστησαν πρόχειρες ξύλινες κατασκευές, οἱ ὁποῖες, ἐπίσης συχνά, κατεδαφίζονται ἐν μιᾷ νυκτί, ἰδιαίτερα ἂν ἔβρισκαν μέσα τὸ ὁτιδήποτε καινούργιο ποὺ συνέβαλε στὴ συντήρησή τους[4].
Ὅσο γιὰ τὰ σχολεῖα, ἂν καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀνέχονταν, κατὰ κάποια ἔννοια, τὶς ἐκπαιδευτικὲς πρακτικὲς τῶν ραγιάδων, ὡστόσο συνεχῶς «τὶς εἶχαν στὸ στόχαστρο». Για νὰ ἱδρυθεῖ ἕνα σχολεῖο, ἀπαραίτητη διαδικασία ἦταν ἡ δωροδοκία. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἱδρυόταν, πάνω σὲ αὐτὸ ξεσποῦσε τὸ τουρκικὸ μένος, ὅταν ὑπῆρχαν πολιτικὲς ταραχές.
Κατὰ δεύτερον, ἡ διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἦταν, ἐπίσης, κάτι ποὺ ἐνοχλοῦσε ὑπερβολικὰ τοὺς Τούρκους μὲ συχνὰ περιστατικὰ ἀκραίων μέτρων:
Ὁ Πηγᾶς (1549-1601), πατριάρχης Ἀλεξανδρείας μετὰ τὸ 1590 καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους πνευματικοὺς ἡγέτες τοῦ Γένους κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, σὲ ἐπιστολὴ του πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Πολωνίας τὸ 1598, ἀναφέρεται στὴν καταδίωξη καὶ τὴν ἀπαγόρευση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, καθὼς καὶ τὴν πυρπόληση βιβλίων ἑλληνικῶν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πατριαρχίας τοῦ προκατόχου τοῦ Σιλβέστρου (1565-1590). Ἀναφέρει μάλιστα, πὼς «καθὰ μοὶ Ἰωακεὶμ τὶς γέρων διηγεῖτο, τριάκοντα χιλιάδες γλωσσῶν ἐν τῇ Αἰγύπτῳ ἀπετμήθησαν ἡμέρα μία, διὰ τὸ μόνον ἑλληνιστὶ λαλῆσαι»[5].
Δὲν ὑπάρχει οὔτε μία ἀπόφαση ἱδρύσεως ἑλληνικοῦ κοσμικοῦ ἐκπαιδευτηρίου στὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, γεγονὸς πού μᾶς καθιστᾶ βεβαίους γιὰ τὴν ἐπίσημη, ἂν καὶ ὄχι πάντα ἐμφανῆ, πολιτικὴ τῶν Τούρκων ἀπέναντι στὴν ἀπρόσκοπτη μόρφωση τῶν Ἑλλήνων. Ἄλλωστε, τὸ ἐνδεχόμενο αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο συμβατὸ μὲ τὸν συστηματικὸ ἐξισλαμισμὸ χριστιανικῶν πληθυσμῶν, τὸν ὁποῖον μόνον ἡ ἐκκλησιὰ καὶ τὸ σχολειὸ μποροῦσαν νὰ δυσχεράνουν.
Συνεπῶς, εἶναι φανερὸ πώς Κρυφὰ Σχολειά, ἠμιπαράνομα καὶ ἠμιμόνιμα, ὄχι μόνο ὑπῆρξαν ἀλλὰ δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν ὑπάρχουν. Και ἂν δὲν ὑπάρχουν μαρτυρίες, εἶναι ἀκριβῶς διότι τέτοιες δραστηριότητες καλύπτονταν ἀπὸ ἕνα πέπλο μυστικότητας γιὰ τὶς αὐτονόητες συνέπειες.
Δὲν εἶναι τυχαῖο, πὼς τὰ περισσότερα Κρυφὰ Σχολειά, ἀπὸ ὑπαινιγμοὺς ἢ ἀπὸ τὴν παράδοση, τὰ βρίσκουμε ἐντοπισμένα κοντὰ στὰ μοναστήρια, ὅπου ἀποτελοῦσαν τὰ πιὸ ἀπομακρυσμένα κέντρα ἀπὸ τὸ «μάτι» τοῦ κατακτητῆ. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ Διαφωτισμὸς τῆς Εὐρώπης ἔφερε σιγὰ σιγὰ μία ἀλλαγὴ στὰ πράγματα τῆς τουρκοκρατούμενης Ἑλλάδας, ἡ ἐπίσημη ἔναρξη ἑλληνικοῦ σχολείου χρειαζόταν σουλτανικὸ φιρμάνι, ἀκριβῶς γιὰ νὰ καμφθοῦν οἱ ἀντιδράσεις τῶν Ὀθωμανῶν τοῦ τόπου ἐκείνου, ποὺ διαρκῶς τὰ ἀπειλοῦσαν[6].
Ἐπίσημη μαρτυρία γιὰ Κρυφὸ Σχολειό μᾶς δίνει ὁ Στέφανος Κανέλλος (1792-1823), διαφωτιστὴς καὶ ὀπαδὸς τῶν ἀπόψεων τοῦ Κοραῆ, ἀπὸ τοὺς βασικοὺς συνεργάτες τοῦ «Λόγιου Ἑρμῆ»[7]. Οἱ ἐπιστολὲς ποὺ ἔστειλε πρὸς τὸν φιλέλληνα Κὰρλ Ἴκεν ἐκδόθηκαν μὲ τὸν τίτλο Leukothea. Ἐκεῖ ἀναφέρεται σαφῶς, πὼς οἱ Τοῦρκοι «ἐμπόδιζαν τὰ σχολεῖα αὐστηρότερα καὶ ἀπὸ τὰς ἐκκλησίας. Τοῦτο καὶ ἄλλαι συγχρόνως αἰτίαι ἐβίαζαν τοὺς Γραικούς…νὰ συστένουν κοινὰ σχολεῖα κρυφίως»[8]. Ἡ μαρτυρία του ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, καθότι συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν ριζοσπαστῶν διαφωτιστῶν, διατυπώνοντας συχνὰ μομφὲς κατὰ τοῦ Κλήρου γιὰ τὴν στάση του ἀπέναντι στὸν Διαφωτισμό[9]. Πρόκειται γιὰ πρόσωπο ἀξιόπιστο, ἀκριβῶς διότι δὲν συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν «παραδοσιακῶν» ἀλλὰ μεταξὺ τῶν διαφωτιστῶν, ποὺ διατύπωσαν κρίσεις ὑποτιμητικὲς γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὡς πρὸς τὴ στάση της ἀπέναντι στὸ Διαφωτισμό.
Συμπερασματικά, τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ ἀποτελεῖ, ὄχι μόνον ἱστορικὸ γεγονός ἀλλὰ καὶ σύμβολο γιὰ τὶς δυσκολίες καὶ τὶς διώξεις ποὺ ἀντιμετώπιζε ἡ παιδεία στὴν τουρκοκρατούμενη Ἑλλάδα, καὶ ὡς τέτοιο τὴν ἐξέλαβε ὁ ἑλληνικὸς λαός. Ἡ μόδα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν, νὰ ἐξυψώνεται ἡ ἀνεκτικότητα τῶν Τούρκων στὸ ὄνομα μιᾶς -Κύριος οἶδε τί εἴδους – προσέγγισης μὲ τοὺς ἐξ ἀνατολῶν γείτονες, εἶχε σὰν ἄμεση συνέπεια τὴν ὑποβάθμιση τῶν δεινῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ κατὰ συνέπεια τοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶχε ἐπωμιστεῖ αὐτὴ τὴ διαδικασία. Εἶναι καλὸ νὰ γνωρίζουμε, πὼς ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ δὲν ἀποτελεῖ μεμονωμένο σύμπτωμα ἀλλὰ ἕνα δεῖγμα μίας γενικότερης ἰδεολογικῆς ἀγκύλωσης ὡς πρὸς τὴν ἱστορικὴ καταγραφή.
Παραπομπές:
[1] Βλ. Γιώργου Καραμπελιᾶ, «Τὸ Κρυφὸ Σχολειό, οἱ Ἕλληνες διαφωτιστὲς τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ ἡ ἀποδομητικὴ ἱστοριογραφία τῆς ὕστερης μεταπολίτευσης» στὸ Ἑλληνικὸς καὶ Εὐρωπαϊκὸς Διαφωτισμός, Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πρακτικὰ Δ΄ Συνεδρίου, ἔκδ. Ἀρχονταρίκι, 119-143.
[2] Βλ. Γιάννης Βλαχογιάννης, «Τὸ Κρυφὸ Σχολειό», Νέα Ἐστία τ. 436 (15 Αὐγούστου 19450, 679.
[3] Ἄλκη Ἀγγέλου, Τὸ Κρυφὸ Σχολειό. Χρονικὸ ἑνὸς μύθου, ἔκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 1997.
[4] «Οἱ ὀθωμανοὶ ἠρεύνων τὰς ἐκκλησίας ἐπιμελῶς, καὶ ἂν εὕρισκον ἔστω καὶ ἧλον ἕνα ἢ κέραμον, κατεδίωκον τοὺς χριστιανοὺς ἢ διέτασσον τὴν κατεδάφισιν». Ἀ. Διομήδη-Κυριακοῦ, Δοκίμιον Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, Ἀθήνα 1872, 272.
[5] Α. Κομνηνοῦ-Ὑψηλάντη, Τὰ μετὰ τὴν Ἅλωσιν, Κων/πολις 1870, 117.
[6] Σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Κωνσταντᾶ, ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τῆς Βιβλιοθήκης Μηλεῶν, ποὺ εἶναι δημοσιευμένη καὶ σχολιασμένη στὸ Ἄπ. Διαμαντή, «Τὰ φῶτα καὶ ἡ φθοροποιὸς τῶν Ἑλλήνων ἀποστασία», στὸ Τά Ἱστορικὰ 48 (2008), 33-54.
[7] Μὲ τὸν τίτλο Ἐρμής ὁ Λόγιος ἤ Λόγιος Ἐρμής ἦταν γνωστὸ τὸ δεκαπενθήμερο φιλολογικὸ περιοδικὸ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ ἐκδιδόταν ἀπὸ τὸ 1811 ἕως τὸ 1821 στὴν ἑλληνικὴ παροικία τῆς Βιέννης, φέρνοντας κοντά τους Ἕλληνες λογίους τῆς διασπορᾶς. Ἐμπνευστὴς τοῦ περιοδικοῦ ἦταν ὀ Αδαμάντιος Κοραής καὶ πρῶτος διευθυντὴς τοῦ περιοδικοῦ ὀ Ἄνθιμος Γαζῆς. Θεωρεῖται ὡς τὸ σημαντικότερο περιοδικὸ τῆς περιόδου πρὶν τὴν ἔναρξη τῆς ἑλληνικῆς ἐπανάστασης
[8] Carl Iken, Leukothea, τ. 1, λειψία 1825, 7,14.
[9] Βλ. σχετικά, ἀρχιμ. Α. Δημητρακοπούλου, Ἐπανορθώσεις Σφαλμάτων παρατηρηθέντων ἐν τῇ Νεοελληνικῇ Φιλολογίᾳ τοῦ Κ. Σαθᾶ, μετὰ καὶ τίνων προσθηκῶν, Τεργέστη 1872, 50-51.
