Το χρυσόμαλλο δέρας δεν ήταν καθαρά αποκύημα της φαντασίας των αρχαίων Ελλήνων, αλλά βασιζόταν σε ιστορικά δεδομένα του τρόπου απόληψης χρυσού. Η απόληψη του πολύτιμου μετάλλου γινόταν με προβιές, κυρίως προβάτων, τις οποίες βουτούσαν οι μεταλλευτές μέσα στο ποτάμι, όπου και εγκλωβίζονταν τα ψήγματα του χρυσού. Στη συνέχεια οι προβιές στέγνωναν και τινάζονταν για να συλλεχθεί ο χρυσός ή καίγονταν για να αποληφθούν οι σβόλοι του χρυσού.
«Με την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη των τεχνικών, οι προβιές τοποθετούνταν σε σταθερά ξύλινα ρείθρα μέσα στην κοίτη του ποταμού» εξήγησε ο Μάρκος Βαξεβανόπουλος, υποψήφιος διδάκτορας γεωλογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σε διάλεξη που έδωσε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Βόλου, με θέμα: «Αρχαία μεταλλεία: Από το Πήλιο του Ιάσονα, στο Λαύριο του Πεισίστρατου».
Όπως υπογραμμίζει στην ομιλία του, το αξιόλογο στα φιλολογικά έργα για την Αργοναυτική εκστρατεία, αλλά και τον Τρωικό πόλεμο είναι ότι τα οικονομικά κέντρα της εποχής και τα γεωστρατηγικά σημεία τοποθετούνται προς την περιοχή του Εύξεινου Πόντου. «Και όχι άδικα», εξηγεί, «καθώς τα γεγονότα που περιγράφονται τοποθετούνται χρονικά περίπου στο πέρασμα από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου».
Πρόσφατα, στην περιοχή της Γεωργίας, μελετήθηκαν χώροι με την αρχαιότερη εξόρυξη και μεταλλουργία σιδήρου- περίπου το 1400 π.Χ. Αυτό δείχνει ότι στην ευρύτερη περιοχή του Εύξεινου Πόντου έχουμε το πέρασμα από τη μεταλλουργία του χαλκού, στη μεταλλουργία του σιδήρου.
«Άρα, όχι άδικα», συμπεραίνει, «ο Ηρόδοτος τοποθέτησε τη φυλή των Χαλύβων, που επεξεργάζονταν το σίδηρο, σε εκείνη την περιοχή».