Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Ὁ δεσπότης πάνω στὴν καρότσα!

Σιατίστης ντώνιος: Ἕνας γιος ρχιερες
Στέλιο, ἀγαπητφίλε καὶ ἀδελφέ, Καλημέρα,
ργησα νσογράψω. Ἀπουσίαζα. Σοὺ ὀφείλω τβιογραφικποτφωτοτύπησα πτν τόμο ποὺ ἐκδόθηκε γιττριάντα χρόνια τς πισκοπικς του διακονίας.
κενο ποθάθελα νσβεβαιώσω εναι τι ατς ὁ ἄνθρωπος ταν γιος. Ζοσε για. Εκοσι χρόνια ποτν ζησα πκονττὸ ἔβλεπα, τὸ ἐνοίωθα. Ἀκτινοβολοσε φς, γέλιο, ἤρεμο. Ἁπλς σ’ λα του. Φτωχς μέχρι τρέλας. Λιτς περίγραπτα.
Ντρέπομαι ταν ναλογίζομαι τπόσες φορς λειτούργησα μαζί του κι γφοροσα στολς πλούσιες κι ατς ταν πλάι μας φτωχότατος.
Θσοπκάτι γινθαυμάσεις πάνω σ’ ατό. Ἀγόρασα μία βαλίτσα, κάποτε, γιτς στολές μου ταν μετακινούμουνα. Δερμάτινη. Ἦλθε λοιπν στν κκλησία, ὡς τοποτηρητής. Εχε μία βαλίτσα ξύλινη – σωτερικὰ ἐπενδυμένη μταπετσαρία χάρτινη, σν κι ατς ποὺ ἔχουν κάτι λαϊκμπαολα. Ντράπηκα. Παπς γώ. Δεσπότης ατός. Τολέω, «Γέροντα δν πάει λλο. Θπάρετε τβαλίτσα τδική μου». Ἐπαναστάτησε. «Ὄχι» μο λέει, «ἐσεσαι οκογενειάρχης, ἔχεις παιδικαὶ ἄλλα τέτοια». Τελικτν πρε. Ὕστερα πμέρες μο τηλεφώνησε. «Ἔλα νπμε νλειτουργήσουμε σκάποια κωμόπολη». Πάω, τί νδῶ. Ἡ ξύλινη...
βαλίτσα. «Πάλι τὰ ἴδια» τολέω. «Παιδάκι μου, μολέει, «πιασε τόπο, τν δωσα σμία φτωχιά».
Πήγαμε, κάποτε μτοδικούς μου στΣιάτιστα ντν πισκεφθομε. Κατί νδομε: Σφουγγάριζε τς σκάλες τς Μητρόπολης. «Αττλεφτποθ’δινα σμία γυναίκα τβάζω στφιλόπτωχο – κι στερα μξεχντε πς ν μουνα στμοναστήρι θὰ ἔκανα κάποιο διακόνημα».
Μοδιηγήθηκε κάποιος: Ἦταν πρτος καιρς ποεχε λθει στΜητρόπολη. Δν ταν κόμα γνωστός. Πγε μία ΚυριακσχωριστΒόιο. Τελείωσε Λειτουργία. Βγκε ξω καπερίμενε κανένας ντν μαζέψει γιτν πάει στΣιάτιστα. Ατοκίνητο δν εχε μέχρι ποπέθανε. Στάθηκε νας μτατοκίνητό του, ατς πού μο τδιηγεται, κατολέει. «Παπούλη ποπς»; Λέει ατς Σιάτιστα». «Καὶ ἐγὼ ἐκεπάω, ἀλλὰ ἔχω δίπλα μου τγυναίκα μου. Πρέπει νστριμωχθομε». Τολέει Δεσπότης. «Στν καρότσα μπαίρνεις; Λέει «Ναί». Ἀνέβηκε στν καρότσα. Φτάσαμε στΣιάτιστα. Θέαμα. Ἔτρεξαν νθρωποι. Στάθηκαν μπροστστν πίσκοπο. Τν βοήθησαν νκατέβει. Χειροφιλήματα. Ρωτάει ὁ ἄνθρωπος. «Ποις εναι;» «Ὁ Δεσπότης». Ἀρχίζει νκλαίει. «Ἔβαλα», μολέει, «τν Δεσπότη στν καρότσα κι φησα τγυναίκα μου στκάθισμα». Κατέτοια περιστατικά, Στέλιο πολλά. Ατς ὁ Ἅγιος φησε περιουσία στΜητρόπολη. Τμοναστήρια του.
τέλειωτες ρες ξομολόγηση. Ἡ μισΚοζάνη πήγαινε σ’ ατόν. Ἀγρυπνίες. Κόσμος πΚαστοριά, Γρεβενά, Κοζάνη, Πτολεμαΐδα. Δύο φορς κανε τοποτηρητς πὸ 2-3 μνες κατγύρισε λα τχωριτς περιοχς, ἑκατν πενήντα (150) τν ριθμό, ἀπδύο φορές!
Στν Κηδεία του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, επε τι σήμερα κηδεύουμε ναν γιο, ὁ κόσμος λος φώναξε μμία φωντρες φορς «Ἅγιος». Ἀκόμα σηκώνεται τρίχα μου.
Ατς τς μέρες κυκλοφόρησε να βιβλίο «Ὁ Φιλομόναχος πίσκοπος». Μόλις τπάρω θστστείλω.
Χαιρέτα λους. Εχου – Εχομαι.
Δικός σου,
Παπα-Γιώργης
Κοζάνη, 12 Μαρτίου 2006
Περιοδικό Χριστιανικη Βιβλιογραφία, Μάρτιος 2006
o-nekros.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου