Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ Ζ'
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7
1 Δὲν ξέρετε, ἀδελφοί, – ὁμιλῶ βέβαια σὲ ἀνθρώπους ποὺ γνωρίζουν τὸν νόμον – ὅτι ὁ νόμος ἔχει κυριαρχίαν ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῆ ὁ ἄνθρωπος;
2 Ὅπως ἡ παντρεμένη γυναῖκα, ἡ ὁποία εἶναι δεμένη διὰ νόμου μὲ τὸν ἄνδρα της, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς ζῆ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἄνδρας πεθάνῃ, εἶναι ἀποδεσμευμένη ἀπὸ τὸν νόμον τῶν συζύγων.
3 Ὥστε, ἐφ’ ὅσον ζῆ ὁ ἄνδρας της, ἐὰν συνδεθῇ μὲ ἄλλον ἄνδρα, θὰ γίνῃ μοιχαλίς, ἐὰν ὅμως πεθάνῃ ὁ ἄνδρας, εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸν νόμον καὶ δὲν θεωρεῖται μοιχαλὶς ἐὰν συνδεθῇ μὲ ἄλλον ἄνδρα.
4 Ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ σεῖς θανατωθήκατε ὡς πρὸς τὸν νόμον διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ διὰ νὰ συνδεθεῖτε μὲ ἄλλον, μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, διὰ νὰ φέρωμε καρπὸν διὰ τὸν Θεόν.΄
5 Ὅταν ἐζούσαμε ζωὴν σαρκικήν, τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη μας, διεγειρόμενα ἐξ’ αἰτίας τοῦ νόμου, ἐνεργοῦσαν εἰς τὰ μέλη μας ὥστε νὰ φέρουν καρποὺς διὰ τὸν θάνατον.
6 Τώρα ὅμως ἐλευθερωθήκαμε ἀπὸ τὸν νόμον, ἐπειδὴ ἐπεθάναμε ὡς πρὸς τὸν νόμον ποὺ μᾶς ἐκρατοῦσε αἰχμαλώτους, καὶ ἔτσι ὑπηρετοῦμε εἰς τὴν νέαν ζωὴν τοῦ Πνεύματος καὶ ὄχι κάτω ἀπὸ τὸ παλαιὸν γραπτὸν κώδικα.
Νόμος καὶ ἁμαρτία
7 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν; Ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἁμαρτία; Μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν δὲν θὰ τὴν εἶχα γνωρίσει παρὰ διὰ τοῦ νόμου. Καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τὴν κακὴν δὲν θὰ τὴν ἤξερα, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἔλεγε: Νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃς.
8 Διὰ τῆς ἐντολῆς ἐκείνης εὑρῆκε τὴν εὐκαιρίαν ἡ ἁμαρτία καὶ ἐξύπνησε μέσα μου κάθε κακὴν ἐπιθυμίαν, διότι χωρὶς νόμον ἡ ἁμαρτία εἶναι νεκρή.
9 Ἐγὼ ζοῦσα κάποτε χωρὶς νὰ ἔχω νόμον, ἀλλ’ ὅταν ἦλθε ἡ ἐντολή, ἡ ἁμαρτία ἀνέζησε, ἐγὼ δὲ πέθανα,
10 καὶ ἔτσι ἡ ἐντολή, ποὺ ἦτο προωρισμένη νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ζωήν, σ’ ἐμένα ἔφερε θάνατον.
11 Διότι ἡ ἁμαρτία βρῆκε τὴν εὐκαιρίαν διὰ τῆς ἐντολῆς, μὲ ἐξηπάτησε καὶ διὰ τῆς ἐντολῆς μὲ ἐθανάτωσε.
12 Ὥστε ὁ νόμος εἶναι ἅγιος καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία, δίκαια καὶ ἀγαθή.
13 Τὸ καλὸν λοιπὸν ἔγινε γιὰ μένα θάνατος; Μὴ γένοιτο, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, διὰ νὰ φανερωθῇ σὰν ἁμαρτία, ἐχρησιμοποίησε τὸ καλὸν διὰ νὰ μοῦ προξενήσῃ θάνατον, καὶ ἔτσι νὰ γίνῃ ἡ ἁμαρτία ὑπερβολικὰ ἁμαρτωλὴ διὰ τῆς ἐντολῆς.
Ἡ διπλὴ φύσις τοῦ ἀνθρώπου
14 Γνωρίζομεν ὅτι ὁ νόμος εἶναι πνευματικός, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι σαρκικός, πουλημένος εἰς τὴν ἁμαρτίαν.
15 Δὲν μπορῶ νὰ ἐννοήσω τὰς ἰδικάς μου πράξεις, διότι δὲν κάνω ἐκεῖνο ποὺ θέλω ἀλλὰ κάνω ἐκεῖνο ποὺ μισῶ.
16 Ἀλλ’ ἐὰν κάνω ἐκεῖνο ποὺ θέλω, τότε συμφωνῶ ὅτι ὁ νόμος εἶναι καλός.
17 Ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἐνεργῶ πλέον ἐγῶ, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ κατοικεῖ μέσα μου.
18 Διότι ξέρω ὅτι δὲν κατοικεῖ τίποτε καλὸν μέσα μου, δηλαδὴ εἰς τὴν σάρκα μου. Ἡ θέλησις νὰ κάνω τὸ καλὸν ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τὸ κάνω,
19 διότι δὲν κάνω τὸ καλὸ ποὺ θέλω, ἀλλὰ τὸ κακὸν ποὺ δὲν θέλω, αὐτὸ κάνω.
20 Καὶ ἐὰν κάνω ἐκεῖνο ποὺ δὲν θέλω, τότε δὲν ἐνεργῶ πλέον ἐγὼ ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία ποὺ κατοικεῖ μέσα μου.
21 Καὶ ἔτσι βρίσκω τοῦτον τὸν νόμον, ὅτι δηλαδὴ ἐνῷ ἐγὼ θέλω νὰ κάνω τὸ καλόν, μέσα μου ὑπάρχει πρόχειρον τὸ κακόν.
22 Αἰσθάνομαι μεγάλην εὐχαρίστησιν εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἐσωτερικόν μου ἄνθρωπον, ἀλλὰ βλέπω ἄλλον νόμον εἰς τὰ μέλη μου,
23 ὁ ὁποῖος ἀντιστρατεύεται εἰς τὸν νόμον τοῦ λογικοῦ μου καὶ μὲ αἰχμαλωτίζει διὰ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας ποὺ ὑπάρχει εἰς τὰ μέλη μου.
24 Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! Ποιός θὰ μὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦτο τὸ καταδικασμένον εἰς θάνατον;
25 Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Ἄρα λοιπὸν ἐγὼ ὁ ἴδιος μὲ τὸν νοῦν μου δουλεύω εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν σάρκα μου εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας.
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ Ζ'
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7
1 Ἡ γνοετε, δελφο· γινσκουσι γρ νμον λαλ· τι νμος κυριεει το νθρπου φ᾿ σον χρνον ζ;
2 γρ πανδρος γυν τ ζντι νδρ δδεται νμ· ἐὰν δ ποθν νρ, κατργηται π το νμου το νδρς.
3 ρα ον ζντος το νδρς μοιχαλς χρηματσει ἐὰν γνηται νδρ τρ· ἐὰν δ ποθν νρ, λευθρα στν π το νμου, το μ εναι ατν μοιχαλδα γενομνην νδρ τρ.
4 στε, δελφο μου, κα μες θανατθητε τ νμ δι το σματος το Χριστο ες τ γενσθαι μς τρ, τ κ νεκρν γερθντι, να καρποφορσωμεν τ Θε.
5 τε γρ μεν ν τ σαρκ, τ παθματα τν μαρτιν τ δι το νμου νηργετο ν τος μλεσιν μν ες τ καρποφορσαι τ θαντ·
6 νυν δ κατηργθημεν π το νμου, ποθανντες ν κατειχμεθα, στε δουλεειν μς ν καιντητι πνεματος κα ο παλαιτητι γρμματος.
Νμος κα μαρτα
7 Τ ον ρομεν; νμος μαρτα; Μ γνοιτο· λλ τν μαρταν οκ γνων ε μ δι νμου· τν τε γρ πιθυμαν οκ δειν ε μ νμος λεγεν, οκ πιθυμσεις·
8 φορμν δ λαβοσα μαρτα δι τς ντολς κατειργσατο ν μο πσαν πιθυμαν· χωρς γρ νμου μαρτα νεκρ.
9 γ δ ζων χωρς νμου ποτ· λθοσης δ τς ντολς μαρτα νζησεν,
10 γ δ πθανον, κα ερθη μοι ντολ ες ζων, ατη ες θνατον·
11 γρ μαρτα φορμν λαβοσα δι τς ντολς ξηπτησ με κα δι ατς πκτεινεν.
12 στε μν νμος γιος, κα ντολ γα κα δικαα κα γαθ.
13 Τ ον γαθν μο γγονε θνατος; μ γνοιτο· λλ μαρτα, να φαν μαρτίᾳ, δι το γαθο μοι κατεργαζομνη θνατον, να γνηται καθ᾿ περβολν μαρτωλς μαρτα δι τς ντολς.
διπλ φσις το νθρπου
14 Οδαμεν γρ τι νμος πνευματικς στιν· γ δ σαρκικς εμι, πεπραμνος π τν μαρταν.
15 γρ κατεργζομαι ο γινσκω· ο γρ θλω τοτο πρσσω, λλ᾿ μισ τοτο ποι.
16 Ε δ ο θλω τοτο ποι, σμφημι τ νμ τι καλς.
17 Νυν δ οκτι γ κατεργζομαι ατ, λλ᾿ οκοσα ν μο μαρτα.
18 Οδα γρ τι οκ οκε ν μο, τοτ᾿ στιν ν τ σαρκ μου, γαθν· τ γρ θλειν παρκειτα μοι, τ δ κατεργζεσθαι τ καλν οχ ερσκω·
19 ο γρ θλω ποι γαθν, λλ᾿ ο θλω κακν τοτο πρσσω.
20 Ε δ ο θλω γ τοτο ποι, οκτι γ κατεργζομαι ατ, λλ᾿ οκοσα ν μο μαρτα.
21 Ερσκω ρα τν νμον τ θλοντι μο ποιεν τ καλν, τι μο τ κακν παρκειται·
22 συνδομαι γρ τ νμ το Θεο κατ τν σω νθρωπον,
23 βλπω δ τερον νμον ν τος μλεσ μου ντιστρατευμενον τ νμ το νος μου κα αχμαλωτζοντ με ν τ νμ τς μαρτας τ ντι ν τος μλεσ μου.
24 Ταλαπωρος γ νθρωπος! Τς με ρσεται κ το σματος το θαντου τοτου;
25 Ε
χαριστ τ Θε δι ησο Χριστο το Κυρου μν. ρα ον ατς γ τ μν νο δουλεω νμ Θεο, τ δ σαρκ νμ μαρτας.
ΣΧΟΛΙΟ : Ο αντι-οικουμενισμός είναι ένα κίνημα, όπως βλέπουμε, τό οποίο επαναφέρει τούς "πιστούς" στόν πρό-ναο τής εκκλησίας, αναγκάζοντάς τους νά φυλακιστούν στήν απολυτότητα ενός κανόνος τόν οποίο ένας νέος Μωυσής επιβάλλει στούς πιστούς, αρπάζοντας όσους μπορεί από τόν Λαό τού Θεού γιά ίδιον όφελος, γιά τούς δικούς του σκοπούς. Δέν είναι τυχαίο ότι στήν σύχγχρονη αποτείχιση απουσιάζει η πίστη στόν Κύριο. Ανήκει στήν σύγχρονη κακοδοξία τής εκκλησιολογίας.
Ο οικουμενισμός δέν βασίζεται πλέον στήν λατινική αίρεση αλλά στήν ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Ο πατέρας τού συγχρόνου οικουμενισμού , δηλ ο Σολόβιεφ, ο οποίος πάλεψε γιά τήν ένωση τών εκκλησιών, βασίστηκε στήν ουτοπία τής ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ τού Πλάτωνος, τοποθετώντας στήν θέση τών σοφών φρουρών τής δικαιοσύνης, τίς εκκλησίες οι οποίες ενωμένες θα πετύχουν καί τήν ένωση τών θρησκειών, εγκαθιδρύοντας στή γή την αρμονία καί τήν ειρήνη τού τέλους τής ιστορίας, ΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΝΙΡΒΑΝΑ. 
Ο οικουμενισμός δηλαδή, είναι είναι ένα πάντρεμα μαρξισμού καί πλατωνισμού, γερμανικού ιδεαλισμού καί λατινικού σχολαστικισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου