
Στον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε ο Στρατής Μυριβήλης αναφέρει και ένα ωραίο επεισόδιο. Ο σπουδαίος λογοτέχνης μας είχε εξασφαλίσει άδεια από το Γενικό Επιτελείο για να ανεβεί τις παγωμένες αετοράχες της Πίνδου και να παρευρεθεί θεατής στον πανεθνικό συναγερμό του Σαράντα. Είδε πολλά και θαυμαστά. Διαβάζω: «Ένας φαντάρος έπιασε αιχμάλωτο έναν Ιταλό λοχία, την ώρα που ο λόχος του δέχτηκε στα σκοτεινά την αιφνιδιαστική επίθεση. Ο Ιταλός ετοιμαζόταν να τον μαχαιρώσει στα μουλωχτά με την ξιφολόγχη του. Έπιασε το χέρι του, το δάγκωσε και τον αφόπλισε.
-“Πώς σου ήρθε και δεν τον σκότωσες μες στην νύχτα;”, τον ρώτησα.
-“Να σας πω” μου είπε. “Εκείνη την ώρα, έτσι που με ξάφνιασε, ετοιμαζόμουν να του την φέρω. Οι σύντροφοί του, που μας είχαν κάνει τον αιφνιδιασμό, το ‘βαλαν στα πόδια και τον άφησαν. Όπου τόνε κοίταξα στη φέξη της φωτιστικής ρουκέτας. Ήταν όμορφο παλληκάρι. Λυπήθηκα να τον χαλάσω”. Και γέλασε σαν παιδί για την αδυναμία του. Φαντάζομαι πως μόνο ένας Έλληνας πολεμιστής, ανάμεσα σε όλους τους πολεμιστές του κόσμου, μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Και η φράση που μεταχειρίστηκε ήταν τόσο ωραία. Είπε “λυπήθηκα να τον χαλάσω”. Υπάρχουν ευτυχισμένες στιγμές , που ένα άτομο, ξαφνικά συγκεντρώνει και εκφράζει την ευγένεια ενός λαού, μιας ολάκερης φυλής». (Ακαδημία Αθηνών, «Πανηγυρικοί λόγοι ακαδημαϊκών», σελ. 319).
Αυτά τω καιρώ εκείνω, την 28η Οκτωβρίου του 1940, που «κοιμηθήκαμε άνθρωποι και ξυπνήσαμε έθνος». Όταν ήμασταν αληθινοί Έλληνες και όχι ασκέρι αδέσποτο.
Ξεκίνησα να γράφω σενάρια για ταινίες, κάπου το 2000. Ζούσα τότε στο Λός Άντζελες και παρακολουθούσα μαθήματα στη Σχολή Ηθοποιών. Η πίστη ήδη έπαιζε στη ζωή μου σημαντικό ρόλο. Διάβαζα βίους αγίων και με ενέπνεαν, όπως εμπνέουν οποιονδήποτε που κάνει τα πρώτα του βήματα στην Εκκλησία. Αλλά ποτέ δεν περίμενα ότι η ίδια θα γύριζα ταινία για Άγιο, μέχρι που το 2011 πέθανε ο πατέρας μου.
Είχα ακούσει και νωρίτερα για αυτόν τον Άγιο, αλλά δεν είχα διαβάσει κάτι. Αγόρασα το βιβλίο για να απασχολήσω τον εαυτό μου στο ταξίδι της επιστροφής μου στο Λος Άντζελες. Όμως, όταν άρχισα να το διαβάζω, παρουσιάστηκε μέσα μου μια ανεξήγητη αίσθηση, λες και αυτή η ιστορία ήταν γραμμένη μέσα στην ίδια την ψυχή μου. Στη ζωή του Αγίου Νεκταρίου βρήκα πάρα πολλά κοινά σημεία με τη ζωή του πατέρα μου.
