Αν είχαμε τη δυνατότητα να ενεργοποιήσουμε τα πνευματικά μας αισθητήρια και ν’ αφήσουμε τη σκέψη και τη φαντασία μας να πετάξουν τις μέρες που πέρασαν, θα γινόμασταν, αν δε γίναμε ήδη, μέτοχοι μιας υπερκόσμιας θαυμάσιας πραγματικότητας. Σαν ένας αόρατος ταλαντούχος αρχιμουσικός να κινούσε την μπαγκέτα του συντονίζοντας όλους σ’ ένα υπερκόσμιο αέναο τραγούδι. Από την Κρήτη μέχρι τη Θράκη, από την Ήπειρο μέχρι την Πελοπόννησο, από τα Δωδεκάνησα μέχρι τα Επτάνησα, όλη η Ελλάδα, όλοι οι Έλληνες ήμασταν συγχρονισμένοι σ’ ένα υπέροχο θεομητορικό τραγούδι, που δεν κουραζόμαστε να επαναλαμβάνουμε συχνά κάθε φορά που η Εκκλησία μας προβάλλει το μοναδικό πρόσωπο της Παρθένου Μαρίας. Εκκλησίες και Μοναστήρια, Ξωκλήσια του βουνού και του κάμπου, λαμπροστολίστικαν πάλι και γέμισαν από τους ύμνους και την παράκληση των απλών και ταπεινών, των μεγάλων και των μικρών, όλων ημών που είμαστε παιδιά εκείνης της μεγάλης και μοναδικής μητέρας.
Ο σύνδεσμος των Ελλήνων Ορθοδόξων μαζί της είναι παλαιός και εντυπωσιακός γι’ αυτό και άξιος διερεύνησης προκειμένου να ανευρεθούν τα βαθύτερα αίτια που τον προκάλεσαν και τον συντηρούν. Γιατί οι Έλληνες είμαστε τόσο κοντά της, γιατί πρώτα το δικό της όνομα φέρνουμε στα χείλη σε κάθε κίνδυνο, σε κάθε δυσκολία; Γιατί τρέχουμε στις Εκκλησιές περισσότερο στη δικιά της μνήμη, στις δικές της γιορτές ξεχωρίζοντας την τόσο πολύ από τους άλλους Αγίους;
Σίγουρα γιατί η Παναγία είναι ζυμωμένη με τα πάθια και τους καημούς μας. Στη διάρκεια της



