Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας στυλίτης ιεραπόστολος


ΠΗΓΗ ΖΩΗΣ
Ο όσιος Συμεών ο στυλίτης (ο πρεσβύτερος ή «ο εν τη μάνδρα»), που τιμάται από την Εκκλησία μας την 1η Σεπτεμβρίου, είναι ο πρώτος γνωστός μοναχός που ασκήτεψε πάνω σε στύλο. Γεννήθηκε γύρω στα 389 στο χωριό Σισάν, στα όρια Συρίας και Κιλικίας. Ήταν βοσκός των πατρικών προβάτων, όταν γνώρισε κάποιους ασκητές, πόθησε εξαιτίας τους τη μοναχική ζωή και ήρθε σ' ένα μοναστήρι, στο χωριό Τελεδάν, όπου έζησε δέκα χρόνια (403-413) με αυστηρότατη άσκηση. Ύστερα έζησε έγκλειστος τρία χρόνια σε μια σπηλιά, κοντά στην Αντιόχεια, και στη συνέχεια πήγε στο χωριό Τελάνισσο, όπου ασκήθηκε αλλά τρία χρόνια σ' ένα σπιτάκι. Τέλος, αποσύρθηκε στην κορυφή ενός λόφου και περιορίσθηκε σ' έναν μικρό κυκλικό περίβολο («μάνδρα»), φτιαγμένο με μιαν αλυσίδα είκοσι πήχεων.

Η απίθανη αυστηρότητα τής ζωής του και το θαυματουργικό χάρισμα συγκέντρωναν γύρω του πλήθη ανθρώπων, που του προξενούσαν μεγάλη ενόχληση. Για αυτό άρχισε ν' ανεβαίνει σε στύλους ολοένα και ψηλότεροι. Ο τελευταίος, όπου έζησε πάνω από είκοσι χρόνια, είχε ύψος 16-18 μ.

Ο όσιος αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος του εικοσιτετραώρου στην προσευχή. Έτρωγε ελάχιστα. Ήταν συνεχώς όρθιος, χωρίς προφύλαξη από τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο ή το κρύο. Δυο φορές την ήμερα διέκοπτε τον ασκητικό του κανόνα και νουθετούσε το λαό, μεριμνούσε για τούς άρρώστους και τούς δυστυχισμένους, έκανε συμβιβασμούς διαφορών, έλυνε προβλήματα και μετέστρεφε στη χριστιανική πίστη τούς αλλόδοξους που πρόστρεχαν σ' αυτόν μαζί με τούς χριστιανούς απ' όλα τα σημεία τής Ανατολής και τής Δύσης. Κοιμήθηκε το 459 και κηδεύτηκε από τον πατριάρχη Αντιόχειας Μαρτύριο στη μεγάλη εκκλησία της Αντιόχειας.

Στο εκπληκτικό Ιεραποστολικό έργο, που, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, πραγματοποίησε από την κορυφή του στύλου του ό αυστηροί αυτός ασκητής, θα αναφερθούμε στις επόμενες γραμμές, σταχυολογώντας τα σχετικά αποσπάσματα από την «Φιλόθεο Ιστορία» του Θεοδώρητου Κύρου, τον ελληνικό βίο του οσίου, γραμμένο από τον μαθητή του Αντώνιο, και τον συριακό βίο του .

Η φήμη του οσίου απλώθηκε γοργά παντού. Όλοι, κι από τα κοντινά κι από τα μακρινά

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Κακόν το κρίνειν τους άλλους



Η κρίσις περί των άλλων, διά να έχη αγαθόν σκοπόν και αποτέλεσμα καλόν, δέον να γίνεται επί παρου­σία του κρινόμενου. Εν εναντία δε περιπτώσει ο σκοπός της κρίσεως, δεν είναι αγαθός και το αποτέλεσμα είναι πάντοτε επιβλαβές, και διά τον κρίνοντα και διά τον εν απουσία κατακρινόμενον. Το κρίνειν τας πράξεις τινός επί παρουσία του κρινόμενου σημαίνει διαφωτίζειν αυ­τόν και αναλόγως των προσώπων και των περιστάσεων παρατηρείν ή επιτιμάν, συνήθως μεν ιδιαιτέρως, εις ε­ξαιρετικάς δε περιστάσεις παρόντων και άλλων, επί τω σκοπώ της επανορθώσεως και της βελτιώσεως των κα­κώς εχόντων. Τουναντίον δε, το κρίνειν και κατακρίνειν τον απόντα, σημαίνει κακόν χαρακτήρα, ήτοι εγωϊσμόν και εκδίκησιν κατά του κρινόμενου από μέρους του κρί­νοντος.
Οι κρίνοντες και κατακρίνοντες τους απόντας, και δικαίας κατ' αυτών κατηγορίας εάν λέγουν, επειδή «το καλόν ουκ εστί καλόν, εάν μη καλώς γένηται», βλάπτουν τους κατακρινομένους εξερεθίζοντες αυτούς διά του αντευαγγελικού των χαρακτήρος, είναι πάντοτε οπισθο­δρομικοί μη έχοντες καιρόν να καλλιεργήσουν εαυτούς, επειδή πάντοτε ασχολούνται περί την έρευναν των αλλό­τριων σφαλμάτων και την κατάκρισιν των άλλων. Ομοιάζει δε έκαστος, ούτως ενεργών, προς άνθρωπον κεκτημένον αγρόν μεγάλης εκτάσεως χρήζοντα συντόνου και σπουδαίας καλλιέργειας, αλλά μη επιχειρούντα ουδεμίαν επί του ιδίου αγρού εκκαθάρισιν, καλλιέργειαν και φυτουργίαν, επειδή απασχολείται διαρκώς με την επιθεώρησιν των διαφόρων αγρών των άλλων.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Οι μακρύνοντες εαυτούς από τον Θεό απολούνται.



Του Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου
 Ενόμισαν οι μάταιοι σαρκικοί άνθρωποι ότι μακριά από τον Θεό, από τα καλά ήθη και τις αρετές, μόνο με τις εξωτερικές επιδείξεις, με τις ανωφελείς τελετές στις οποίες γίνεται κακή σπατάλη εκατομμυρίων, και με κούφια λόγια, πως θα ανώρθωναν το έθνος, αλλά πλανήθηκαν. Δεν μελέτησαν, δεν άκουσαν ότι· οι μακρύνοντες εαυτούς από τον Θεό απολούνται.Ξεριζώθηκαν διότι δεν ήταν φυτεία του Θεού. Το Έθνος για να ανορθωθεί πρέπει να αναγεννηθεί ηθικά, να παύση η διαφθορά και η παραλυσία των ηθών, να παύση η κακοήθεια και η αμαρτία, να παύση η αδικία, η πλεονεξία, η ασέβεια και η βλασφημία.
*  Ανοίξατε τις εκκλησιαστικές ιστορίες και θα ιδέτε ότι, αφ' ότου έγινε ο κόσμος, αληθώς πάσα παράβασις και παρακοή έλαβε την δικαία τιμωρία...
Ψυχοσωτήρια Διδάγματα Συγχρόνων Γερόντων
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη
impantokratoros.gr

ΕΩΣ ΕΣΧΑΤΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ
Αμέθυστος

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ



Δι­δα­χς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τε­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)
π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ 

Τ 24 το μη­νς Α­γού­στου
μνή­μη το ­γί­ου ν­δό­ξου ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος κα ­σα­πο­στό­λου
Κ ο ­σ μ    τ ο    Α ­τ ω ­λ ο .
μι­κρ συ­νο­δεί­α βά­δι­ζε μ κό­πο στν κα­κο­τρά­χα­λο ­νή­φο­ρο γι τ μι­κρ χω­ριό, πο φώ­λια­ζε σν ­ε­το­φω­λι στν ­πό­με­ρη πλα­γι το βου­νο. λι­γνς κα­λό­γε­ρος πο πή­γαι­νε μπρο­στά, ­πλω­νε τ βλέμ­μα του στς γνώ­ρι­μες ψη­λς κορ­φές, στ κο­φτε­ρ φα­ράγ­για, στ κα­τα­πρά­σι­να ­λα­τα, κι ­να­θυ­μό­ταν πε­ρα­σμέ­να χρό­νια κα και­ρούς. Τό­τε πο νε­α­ρς ­κό­μη, γε­μά­τος ­νει­ρα κα φλό­γα, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τ μέ­ρη α­τ κα μά­ζευ­ε τ λ­λη­νό­που­λα, μ κα τος με­γά­λους, ν τος δι­δά­ξει τ πρ­τα γράμ­μα­τα. Ν τος μά­θει τν ­στο­ρί­α τους κα τν κα­τα­γω­γή τους. Ν ξέ­ρουν τ ρί­ζα τους, ­τι κρα­τά­ει ­π τν Λε­ω­νί­δα κα τν Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Ν ξα­να­θυ­μη­θον τν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά τους. Πο πε­ρι­μέ­νει ν ξυ­πνή­σει καί, πά­λι μ χρό­νια μ και­ρούς, ν ξα­ναμ­πε στν Πό­λη θρι­αμ­βευ­τής.

Κα ν πο τώ­ρα, μ ­σπρα τ μαλ­λι κι ­ρι­μα­σμέ­νη πι ψυ­χή, ξα­να­γυρ­νο­σε γι ν συ­νε­χί­σει τ ρ­γο του.
­ταν γεν­νη­μέ­νος στ Με­γά­λο Δέν­δρο τς Α­τω­λί­ας ­γι­ο­ρεί­της ­ε­ρο­μό­να­χος Κο­σμς Α­τω­λός, ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ­γιος στ συ­νεί­δη­ση ­λων πο­λ πρν πε­θά­νει μαρ­τυ­ρι­κ στ Βό­ρει­ο ­πει­ρο, τ 1779.
Στ μι­κρ χω­ρι ε­χαν μα­ζευ­τε ­λοι κα τν πε­ρί­με­ναν. ­γιος ­φτα­σε κον­τα­να­σαί­νον­τας κι ­λοι ­τρε­ξαν ν πά­ρουν τν ε­λο­γί­α του, φι­λών­τας τ’  ­γι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Δι­ψα­σμέ­νος ­π’ τν πε­ζο­πο­ρί­α ζή­τη­σε λί­γο νε­ρ ν δρο­σι­στε. ­κε κον­τ ­ταν ­να ξε­ρο­πή­γα­δο.
-   Ε­ναι στε­γνό, ­γι­ε! το ε­παν.
Μ ­στό­σο με­ρι­κο κά­νον­τας ­πα­κο­ ­τρε­ξαν, ­βγα­λαν ­π’ τν πά­το του λί­γο νε­ρ γε­μά­το λά­σπη κα χ­μα κα το τ πρό­σφε­ραν. ­γιος δο­κί­μα­σε λί­γο κα ση­κώ­νον­τας τ κου­ρα­σμέ­νο του χέ­ρι ε­λό­γη­σε τ ξε­ρο­πή­γα­δο γι τν ­λά­χι­στη ­κεί­νη δρο­σι πο το ­δω­σε. ­μέ­σως ­νά­βλυ­σε νε­ρ κα­θα­ρ κα ­φθο­νο. Κα ­π τό­τε, χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, τ πη­γά­δι ­ταν πάν­το­τε γε­μά­το.
­γιος μ­πη­ξε ­να με­γά­λο ξύ­λι­νο σταυ­ρ στ χ­μα, ­νέ­βη­κε σ’ ­να σκα­μν κι ε­λό­γη­σε τ τέσ­σε­ρα ση­με­α το ­ρί­ζον­τα. ­στε­ρα ρ­χι­σε ν τος μι­λά­ει.
-   ­γώ, ­δελ­φοί μου, πο ­ξι­ώ­θη­κα ­π τν ε­σπλα­χνί­α το Χρι­στο κι ­στά­θη­κα σ’ α­τν τν ­γιο τό­πο, ­ξέ­τα­σα πρ­τα γι σς κα ­μα­θα, πς μ τ χά­ρη το Κυ­ρί­ου μας ­η­σο Χρι­στο κα Θε­ο, ε­στε ε­σε­βες ρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, τέ­κνα κα θυ­γα­τέ­ρες το Χρι­στο μας. Κα ­χι μό­νο δν ε­μαι ­ξιος ν σς δι­δά­ξω, λ­λ μή­τε τ πο­δά­ρια σας ν φι­λή­σω. Δι­ό­τι κα­θέ­νας ­π σς ε­ναι τι­μι­ώ­τε­ρος ­π’ ­λον τν κό­σμο. Κι ­γώ, ­δελ­φοί μου, ε­μαι ν­θρω­πος ­μαρ­τω­λός, χει­ρό­τε­ρος ­π ­λους.
Ε­μαι ­μως δο­λος το ­η­σο Χρι­στο. ­χι πς ε­μαι ­ξιος ν ε­μαι δο­λος το Χρι­στο, λ­λ’ Χρι­στός μου μ κα­τα­δέ­χε­ται ­π τν ε­σπλα­χνί­α του. Τν Χρι­στό μας λοι­πόν, ­δελ­φοί μου, πι­στεύ­ω, δο­ξά­ζω κα προ­σκυ­ν. Τν Χρι­στό μας πα­ρα­κα­λ ν μ ­ξι­ώ­σει ν χύ­σω κι ­γ τ α­μα μου γι τν ­γά­πη του, κα­θς τ ­χυ­σε κα ­κε­νος γι τν ­γά­πη μου.
ν ­σως κα ­ταν δυ­να­τν ν ­νε­β στν ο­ρα­νό, ν φω­νά­ξω μι φω­ν με­γά­λη, ν κη­ρύ­ξω σ ­λον τν κό­σμο πς μό­νο Χρι­στός μας ε­ναι Υ­ς κα Λό­γος το Θε­ο κα Θε­ς ­λη­θι­νς κα ζω­ τν πάν­των, θ τ ­κα­μνα. Μ ­πει­δ δν δύ­να­μαι ν πρά­ξω ­κε­νο τ μέ­γα, κά­μνω το­το τ μι­κρό, κα περ­πα­τ ­π τό­πο σ τό­πο κα δι­δά­σκω τος ­δελ­φούς μου τ κα­τ δύ­να­μη, ­χι ς δι­δά­σκα­λος, λ­λ ς ­δελ­φός. Δι­δά­σκα­λος μό­νο Χρι­στός μας ε­ναι.
­να­χω­ρών­τας ­π τν πα­τρί­δα μου πρ πε­νήν­τα ­τν, ­περ­πά­τη­σα τό­πους πολ­λούς, κά­στρα, χ­ρες κα χω­ρι κα μά­λι­στα στν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Κα πε­ρισ­σό­τε­ρο ­κά­θη­σα στ ­γιον ­ρος, δε­κα­ε­πτ χρό­νους, κα ­κλαι­γα δι τς ­μαρ­τί­ες μου.
Με­λε­τών­τας τ ­γιο Ε­αγ­γέ­λιο βρ­κα μέ­σα πολ­λ νο­ή­μα­τα, τ ­πο­α ε­ναι ­λα μαρ­γα­ρι­τά­ρια, πλο­τος, ζω­ α­ώ­νια. Σι­μ στ λ­λα βρ­κα κα το­τον τν λό­γο ­που λέ­γει Χρι­στός μας: πς δν πρέ­πει κα­νέ­νας Χρι­στια­νς ν φρον­τί­ζει γι τν ­αυ­τό του μό­νο πς ν σω­θε, λ­λ ν φρον­τί­ζει κα γι τος ­δελ­φούς του ν μ κο­λα­σθον. ­κού­ον­τας κι ­γ το­τον τν γλυ­κύ­τα­το λό­γο, ν φρον­τί­ζου­με κα γι τος ­δελ­φούς μας, μ’  ­τρω­γε ­κε­νος λό­γος μέ­σα στν καρ­δι τό­σους χρό­νους, ­σν τ σκου­λή­κι ­που τρώ­γει τ ξύ­λο, τί ν κά­νω κι ­γ στο­χα­ζό­με­νος στν ­μά­θειά μου.
­συμ­βου­λεύ­θη­κα τος πνευ­μα­τι­κούς μου πα­τέ­ρες, ρ­χι­ε­ρες, πα­τριά­ρχες, τος φα­νέ­ρω­σα τν λο­γι­σμό μου, ­νί­σως κα ε­ναι θε­ά­ρε­στο τέ­τοι­ο ρ­γο, κα ­λοι μ πα­ρε­κί­νη­σαν ν τ κά­μω. Κα μά­λι­στα πα­ρα­κι­νού­με­νος ­π τν Πα­να­γι­ώ­τα­το κύ­ριο Σω­φρό­νιο, τν Πα­τριά­ρχη – ν ­χου­με τν ε­χή του – ­φη­σα τ δι­κή μου προ­κο­πή, τ δι­κό μου κα­λό, κι ­βγή­κα ν περ­πα­τ ­π τό­πο σ τό­πο κα δι­δά­σκω τος ­δελ­φούς μου.
Δν μπο­ρε κα­λό­γε­ρος ν σω­θε, πα­ρ μα­κρι ν φεύ­γει ­π τν κό­σμο. Μ ­πει­δ τ γέ­νος μας ­πε­σε σ ­μά­θεια, ε­πα: ς χά­σει Χρι­στς ­μέ­να, ­να πρό­βα­το, κα ς κερ­δί­σει τ λ­λα. ­σως ε­σπλα­χνί­α το Θε­ο κα ε­χή σας σώ­σει κα μέ­να.
Μι­λο­σε ζε­στά, ­πλά, τα­πει­νά. Ο φτω­χο ν­θρω­ποι τν ­κου­γαν συ­νε­παρ­μέ­νοι. ­νά­με­σά τους βλέ­πει κά­ποι­α στιγ­μ ­γιος ν στέ­κουν δυ­ ρ­μα­τω­μέ­νοι. ­ταν παλ­λη­κά­ρια τς κλε­φτου­ρις, μ ε­χαν σπεί­ρει φό­βο κα τρό­μο στος Χρι­στια­νος μ τ γ­κλή­μα­τά τους.
-   , σες! τος φω­νά­ζει. Θ’  ­νοί­ξε­τε πα­ρά­δει­σο, νο­μί­ζε­τε, μ’  α­τά σας τ χά­λια;
-   Ναί, μ τ’  ­ση­μο­χάν­τζα­ρά μας! ε­παν α­τοί, ν μ τ κα­λ δν μς ­νοί­ξουν. Μ τ ­τσι θέ­λω θ μπο­με! Τί μπο­ρε ν μς κά­μουν;
-   Πιά­στε τ’  ­ση­μό­πλε­χτα κουμ­πι τν γε­λε­κι­ν σας κα σφί­χτε τα! τος λέ­ει.
­π πε­ρι­έρ­γεια ­πια­σαν ο κλέ­φτες τ κουμ­πιά τους κα τά ’­σφι­ξαν ­νά­με­σα στ δά­χτυ­λά τους. Κα μ μις, ­τρε­ξε α­μα πο πή­γαι­νε τσαμ­πού­να! Τος κα­τα­λέ­ρω­σε τ α­μα τος κλέ­φτες.
-   , κα θαρ­ρε­τε πς τ α­μα­τα α­τ τν Χρι­στια­νν πο σφά­ξα­τε, θ σς ­φή­σουν ν μπε­τε στν πα­ρά­δει­σο; Δν τ πο­λυ­πι­στεύ­ω!
Σν ε­δαν τ θά­μα ο κλέ­φτες τά ’­χα­σαν. σκλη­ρ καρ­διά τους μα­λά­κω­σε. Με­τά­νι­ω­σαν, φό­ρε­σαν γυ­ναι­κε­α σεγ­κού­νια, δεγ­μα τς με­τά­νοι­ας τους, κι ­κο­λού­θη­σαν τν ­γιο κα­τα­πό­δι.
-   ­νί­σως κα θέ­λου­με ν πε­ρά­σου­με κι ­δ κα­λά, ν πη­γαί­νου­με κα στν πα­ρά­δει­σο, συ­νέ­χι­σε ­γιος, πρέ­πει ν ­χου­με δύ­ο ­γά­πες: ­γά­πη στν Θε­ό μας κα στος ­δελ­φούς μας. Κα­λό­τυ­χος ­κε­νος ν­θρω­πος πο ­ξι­ώ­θη­κε κα ­λα­βε στν καρ­διά του α­τς τς δύ­ο ­γά­πες.
Τ βλέμ­μα του γ­κά­λια­ζε ­ναν-­ναν τους φτω­χος ν­θρώ­πους πο κρέ­μον­ταν ­π τ χεί­λη του. Μι βα­θει ­γά­πη ­νά­βλυ­ζε ­π’ τν καρ­διά του γι ­λα τ πρό­βα­τα τς μάν­δρας το Χρι­στο. Μ τέ­χνη τος αχ­μα­λώ­τι­ζε κα ξε­κλεί­δω­νε τς πόρ­τες τς καρ­δις τους.
-   ­σες, Χρι­στια­νοί μου, πς πη­γαί­νε­τε ­δ; ­χε­τε ­γά­πη ­νά­με­σά σας; Ε­ναι ­δ κα­νέ­νας πο νά ’­χει α­τ τν ­γά­πη στος ­δελ­φούς του; ς ση­κω­θε ­πά­νω ν μο τ πε, ν τν ε­χη­θ κι ­γώ, ν βά­λω κα ­λους τος Χρι­στια­νος ν τν συγ­χω­ρή­σουν, ν λά­βει μί­α συγ­χώ­ρη­ση, πο νά ’­δι­νε χι­λιά­δες φλου­ρι δν θ τν ε­ρι­σκε.
-   ­γώ, ­γι­ε το Θε­ο, ­γα­π τν Θε­ κα τος ­δελ­φούς μου.
-   Κα­λά, παι­δί μου, ­χε τν ε­χή μου. Πς σ λέ­νε στ’ ­νο­μά σου;
-   Κώ­στα.
-   Τί τέ­χνη κά­νεις;
-   Πρό­βα­τα φυ­λά­γω.
-   Τ τυ­ρί, ­ταν τ πω­λες, τ ζυ­γιά­ζεις;
-   Τ ζυ­γιά­ζω.
-   ­σύ, παι­δί μου, ­μα­θες ν ζυ­γιά­ζεις τ τυ­ρ κι ­γ ν ζυ­γιά­ζω τν ­γά­πη. Τώ­ρα ν ζυ­γιά­σω κι ­γ τν ­γά­πη σου κι ν ε­ναι σω­στή, τό­τε ν σ ε­χη­θ κι ­γώ, ν βά­λω κα ­λους ν σ συγ­χω­ρή­σουν. Πς ν σ κα­τα­λά­βω, παι­δί μου, ν ­γα­πς τος ­δελ­φούς σου; Τ ­γα­πς ­κε­νο τ φτω­χ παι­δί;