Aντώνης Ανδρουλιδάκης

Καταρχάς, να υπογραμμίσουμε κάτι που αν και είναι αυτονόητο, ακούγεται στ’ αυτιά μας μάλλον κάπως περίεργα. Το να είναι κανείς «Ευρωπαίος» –όποια έννοια και αν αποδίδουμε στον όρο- δεν είναι καθεαυτό κάτι καλύτερο ή ανώτερο από το να είναι Αφρικανός, Ασιάτης, Αμερικανός ή Αυστραλός. Ή μήπως όχι; Αυτό το υποβόσκον ερωτηματικό, η πιθανότητα δηλαδή να εισπράττουμε –να θεσμίζουμε φαντασιακά- τον Ευρωπαϊσμό, πιθανόν σε ασυνείδητο επίπεδο, ως κάτι «μοναδικά μοναδικό», ενάντια και στο ίδιο το εξισωτικό πρόταγμα του, ενάντια στο ευρωπαϊκό καθώς το λέμε κεκτημένο, ίσως να αποκρύπτει κάτι βαθύτερο την νεοελληνική συλλογική ψυχοσύνθεση.
Όλοι, νομίζω, γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες, τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, μιας ρητορικής που διαχέεται και διαπερνά οριζόντια το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος. Στον Ευρωπαϊσμό ομνύει ο κάθε Τζήμερος και οι φαιδροί νεοφιλελέδες, στον Ευρωπαϊσμό ορκίζονταν οι εκσυγχρονιστές του Σημίτη, στον Ευρωπαϊσμό υποτάσσονταν οι ακροδεξιοί του Σαμαρά, στον Ευρωπαϊσμό πίνουν νερό οι ποταμίσιοι Χίπστερς και οι κηπουροί του Γιωργάκη, τον αλληλέγγυο Ευρωπαϊσμό ευαγγελίζεται, ακόμη, και η κυρίαρχη αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Είμαι βέβαιος ότι οι πιτσιρικάδες του μέλλοντος μας θα ακούνε «Ευρωπαϊσμός» και θα ρωτάνε με κυνικό «δέος»: Ποιός είναι αυτός ο τύπος ρε μεγάλε;
Μάλιστα είναι τέτοια η νοηματοδοτική, σχεδόν υπαρξιακή, ισχύς της έννοιας «Ευρωπαϊσμός» που καταλήγουν αρκετοί να επικρίνουν τον ΣΥΡΙΖΑ για αντιευρωπαϊσμό, ενώ δεν είναι καθόλου τυχαία η προσπάθεια ταύτισης της Αντιμνημονιακής πολιτικής με αντιευρωπαϊκά χαρακτηριστικά.
Τι συμβαίνει λοιπόν, στην ελληνική κοινωνία, αν θέλει κανείς να υπερβεί τα μάλλον εύκολα σχήματα του τύπων των «ευρωλιγούρηδων» κ.λπ.; Τι συμβαίνει και αποδεχόμαστε συλλογικά τον Ευρωπαϊσμό, όχι απλά ως ένα ταυτοτικό μας χαρακτηριστικό, αλλά ως περίπου υπαρξιακό μας προαπαιτούμενο; Ένα «κάτι» εκ των ων ουκ άνευ! Δεν υπήρξε άραγε, ποτέ άλλοτε, η ελληνική κοινωνία χωρίς αυτόν τον προσανατολισμό; Γιατί μοιάζει να κινδυνεύουμε να μην υπάρχουμε χωρίς αυτόν;
Πρόκειται για μια «υπερεγωτική λειτουργία», θα σας έλεγαν οι ψυχαναλυτές.
Η Ευρώπη στην κυρίαρχη μεταπολιτευτική αφήγηση, είναι ξεκάθαρα ένα αφηρημένο πρότυπο, ένα ιδανικό. Ένα «ιδανικό του Εγώ» και όχι ένα «Εγώ-Ιδανικό». Η Ευρώπη είναι πάντα ένας στόχος, οικονομικός, κοινωνικός, πολιτισμικός, αξιακός, που πρέπει να καταφέρουμε. Η Ευρώπη ήταν και παραμένει, ένα κατόρθωμα. Η νέα Μεγάλη Ιδέα. Ένα πρωτάθλημα.
Βέβαια στην εκγύμναση προς το κατόρθωμα, δεν τίθεται καν το ερώτημα: Ποιοί να κατορθώσουν; Η «χώρα», ο «τόπος», η ελληνική κοινωνία, η ελληνική οικονομία, «εμείς»; Γιατί αυτό το «εμείς», πέρα από δείκτες, κοινωνιολογικά ή οικονομικά στοιχεία, πέρα από συλλογικότητες, συσσωματώσεις κ.λπ. είμαστε πραγματικοί άνθρωποι. Ή εν πάσει περιπτώσει προσπαθούμε. Άνθρωποι με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, νοοτροπίες, ιδέες, σκέψεις και πρακτικές, σχέσεις και ανάγκες. Άνθρωποι με πέτσα και οστά, με παρελθόν, παρόν και μέλλον(;). Είμαστε ένας πραγματικός τόπος που -κατά πάσαν πιθανότητα μέχρι νεωτέρας ευρωπαϊκής τεχνολογίας- δεν μπορεί να μεταφερθεί στις παρυφές των Γερμανικών Άλπεων.
Αλλά τι σημαίνει «Εγώ Ιδανικό» και «Ιδανικό του Εγώ»;
Το πρώτο –κατά τον Λακάν- είναι το ιδανικό της τελειότητας που το «εγώ» προσπαθεί να μιμηθεί. Το δεύτερο, αντιθέτως, είναι όταν το άτομο κοιτάζει τον εαυτό του απ’ αυτό το ιδανικό σημείο. Είναι σαν να κοιτάμε τον εαυτό μας, αφ’ υψηλού, από εκείνο το σημείο τελειότητας και να βλέπουμε –προφανώς- τη ζωή μας ως μάταιη και άχρηστη. Το αποτέλεσμα, λέει, ο Λακάν, είναι η «αναστροφή» της φυσιολογικής ζωής του ατόμου, και η θέαση της ζωής μας ως άθλιας και αποκρουστικής.
Αναρωτιέμαι, αν υπάρχει νεοέλληνας που δεν έχει εισπράξει, ή και υιοθετήσει περισσότερο ή λιγότερο συχνά, αυτή τη οπτική συζητώντας σε επίπεδο της καθημερινότητας.
Όμως στην πραγματικότητα, η κατάσταση της νεοελληνικής κοινωνίας, είναι ακόμη σοβαρότερη.
Ισχυρίζομαι, ότι στην νεοελληνική κοινωνία έχουν αναπτυχθεί ασυνείδητοι μηχανισμοί που διαταράσσουν την επαφή ανάμεσα στο «συλλογικό εαυτό» μας και στο περιβάλλον, δεσμεύουν το κοινωνικό μας δυναμικό, αλλά κυρίως εμποδίζουν την προσωπική-αυτόκεντρη ανάπτυξη της κοινωνίας μας.
Πρόκειται για μια κοινωνία, ένα σύστημα, που στηρίζεται σε νουθεσίες, προσταγές και έναν καταιγισμό μηνυμάτων και πληροφοριών προς τον εξ-Ευρωπαϊσμό, τα οποία εν πολλοίς δεν ενσωματώνει, δεν αφομοιώνει, αφήνοντας τα να λιμνάζουν ως ξένα σώματα μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο.
Αλλά είναι δυνατή η ελεύθερη ανάπτυξη και ολοκλήρωση μιας κοινωνίας η οποία επιζητά την άκριτη αποδοχή συμπεριφορών και αντιλήψεων, στοχευμένων προς -και από την κορυφή του- «Ιδανικό του Εγώ», ενώ ταυτόχρονα χάνει την ικανότητα να σκέφτεται και να προβληματίζεται αυτόβουλα;
Στην «πραγματική» πραγματικότητα, η νεοελληνική κοινωνία, εδώ και δεκαετίες επιχειρεί και