ὄνειρο. Ὑποτίθεται ὅτι
προσεύχομαι λίγο κάθε μέρα,
ἀλλὰ τὴν ἀληθινὴ προσευχή,
τὴν κραυγὴ ἐκείνη ποὺ εἶναι σὰν
νὰ πεθαίνεις μέσα στὴ μοναξιά σου
καὶ τότε νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι ἔρχεται
ὁ Χριστός, εἶναι ζήτημα ἂν τὴν ἔχω
ζήσει μιὰ-δύο φορὲς στὴ ζωή μου.
Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ἀμέσως
ἑπόμενο μάθημα ἀπὸ τὴ μουσική.
Ὅταν ἐξαντλήσω τὴ μουσική, ἢ μὲ
ἐξαντλήσει ἐκείνη, στρέφομαι
ἀμέσως στὴν προσευχή.
Οἱ «σκεπτικιστὲς» καὶ οἱ
«ἐκσυγχρονιστὲς» καὶ οἱ «μοντέρνοι» θεωροῦν τὸν πιστό, τὴ γριούλα, τὸν παπά, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ
ζητοῦν τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, σὰν ἕνα πράγμα ἀναχρονιστικό, σὰν ἀδύναμους ἀνθρώπους. Κάθε
ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸν Θεὸ εἶναι ἄνθρωπος ποὺ ἔχει πονέσει, ἔχει ζητήσει βοήθεια, ἔχει πεῖ
«δὲν τὰ καταφέρνω μόνος». Καθένας ποὺ πιστεύει ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ὄντως κι ἐγὼ
εἶχα περιόδους μεγάλης μαυρίλας καὶ ζήτησα τὸν Θεὸ καὶ μὲ προσέτρεξε. Ἀπὸ τότε θέλω νὰ εἶμαι
κοντά Του καὶ εἶμαι κοντά Του ὅσο μπορῶ.