Αδελφοί, χωρὶς πάσης ἀντιλογίας τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος
εὐλογεῖται. Καὶ ὧδε μὲν δεκάτας ἀποθνήσκοντες ἄνθρωποι λαμβάνουσιν, ἐκεῖ
δὲ μαρτυρούμενος ὅτι ζῇ.
Καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, διὰ
᾿Αβραὰμ καὶ Λευῒ ὁ δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται· ἔτι γὰρ ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ
πατρὸς ἦν ὅτε συνήντησεν αὐτῷ ὁ Μελχισεδέκ. Εἰ μὲν οὖν τελείωσις διὰ
τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν· ὁ λαὸς γὰρ ἐπ᾿ αὐτῇ νενομοθέτητο· τίς ἔτι
χρεία «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ» ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ
τὴν τάξιν ᾿Ααρὼν λέγεσθαι; Μετατιθεμένης γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐξ ἀνάγκης
καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται. ᾿Εφ᾿ ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα, φυλῆς ἑτέρας
μετέσχηκεν, ἀφ᾿ ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ. Πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ
᾿Ιούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης
Μωϋσῆς ἐλάλησε. Καὶ περισσότερον ἔτι κατάδηλόν ἐστιν, εἰ κατὰ τὴν
ὁμοιότητα Μελχισεδὲκ ἀνίσταται ἱερεὺς ἕτερος, ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς
σαρκικῆς γέγονεν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου· μαρτυρεῖ γὰρ «῞Οτι
σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ».
Η εορτή της Υπαπαντής δεν
είναι γνωστή στους περισσότερους ανθρώπους. Αλλά ακόμη κι όσοι την γνωρίζουν
μένουν στην σύνδεση με τον Χριστό ως βρέφος, την εκπλήρωση των
διατάξεων του μωσαϊκού νόμου από τον Κύριο σχετικά με την επίσκεψή Του στο Ναό
των Ιεροσολύμων και την συνάντησή Του με τον Συμεών, την προφητεία του γέροντα
ιερέα σχετικά με το ότι ο Κύριος θα είναι «σημείον αντιλεγόμενον» και την
προετοιμασία της Παναγίας ότι την καρδιά της θα διέλθει ρομφαία (Λουκ. 2, 22-40). Ο Απόστολος Παύλος
δίνει μία άλλη διάσταση στην εορτή, πέρα από τα γεγονότα στη συγκεκριμένη τους
μορφή. Αναφέρει στην προς Εβραίους επιστολή
του την συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Χριστού και την ίδια
στιγμή το ξεκίνημα μία νέας πορείας για τον άνθρωπο, την θρησκεία, τον κόσμο
μέσα από αυτή τη συνάντηση.
Ο
Παύλος υπενθυμίζει ένα γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης: την συνάντηση του Αβραάμ
με τον Μελχισεδέκ. Μετά από μία νίκη του Αβραάμ στην περιοχή του Χοδολογόμορ
και την συντριβή των εχθρών του, ο Αβραάμ επισκέπτεται την βασιλιά της Σαλήμ
Μελχισεδέκ (Γεν. 14, 17-20), ο οποίος
ήταν ιερέας του Θεού και την ίδια στιγμή ήταν «απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος,
μήτε αρχήν ημερών, μήτε τέλος ζωής έχων» (Εβρ.
7,3). Ο Μελχισεδέκ ευλογεί τον
Αβραάμ και εκείνος του προσφέρει το ένα δέκατο από τα λάφυρα που είχε
αποκομίσει από την νίκη του, παρότι ο Μελχισεδέκ δεν ανήκε στην κατηγορία των
ιερέων που ακολουθούσε συγκεκριμένη τάξη, συνέχεια, διαδοχή. Δεν ήταν μέλος του
θρησκευτικού ιερατείου. Διακονούσε τον αληθινό Θεό, δεν ήταν όμως ενταγμένος
στην ιουδαϊκή θρησκεία. Και την ίδια στιγμή κανείς δεν γνώριζε ποιες ήταν οι
ρίζες του, ποιοι οι γονείς του, ούτε πότε γεννήθηκε ούτε αν και πότε πέθανε. Ο
Θεός είχε ορίσει να υπηρετούν θρησκευτικά τους Ιουδαίους όσοι κατάγονταν από την γενιά του Λευί. Αυτοί συμπεριλαμβάνονται στο πρόσωπο του Αβραάμ, παρότι
δεν είχαν υπάρξει ακόμη, αφού ο Λευί ήταν γιός του εγγονού του Αβραάμ, του
Ιακώβ. Εντούτοις, παρότι ο Αβραάμ είχε
απευθείας σχέση με το Θεό, υπήρξε κι αυτός ιερέας του Θεού και την ίδια στιγμή
ο κομιστής της Διαθήκης του Θεού, της συμφωνίας για την γη της Επαγγελίας, σε σχέση με τον Μελχισεδέκ είναι «το έλαττον»,
το οποίο «ευλογείται χωρίς πάσης αντιλογίας υπό του κρείττονος» (Εβρ. 7, 7).
Ο Παύλος επισημαίνει ότι ο Χριστός είναι
ιερέας «εις τον αιώνα κατά την τάξιν