Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

"Οι κόκκινοι παραστάτες της εξωκλησιάς. Ο άγνωστος ιερέας μάρτυρας.'





Γέροντα Γρηγορίου Καθηγουμένου της Ι.Μ. Δοχειαρίου Αγ. Όρους
Στις αρχές τής δεκαετίας του ’70 διακονούσαμε στην ιερά μονή Μυρτιάς, που βρίσκεται στην Αιτωλοακαρνανία καί μάλιστα στην περιοχή τής Τριχωνίδας. Σ’ αυτόν τον όμορφο χώρο ήμαστε τελείως ξένοι. Κανένας από μάς δέν είχε συγγενή ή γνώριμο. Εξασκούσαμε την αρετή τής ξενιτείας μέ τήν Χάρη του Θεού μέ πολλή προθυμία, αν καί ήμαστε πολύ νέοι στην ηλικία καί αδύναμοι να επιδιδόμαστε σέ σκληρά αγωνίσματα. Γιά παρηγοριά συνεχώς σιγόψαλλα τον ύμνο τής περιφοράς του Επιταφίου: «Δός μοι τον ξένον». Ή ξενιτεία είναι σκληρή αρετή, που σέ δένει μέ τον Θεό. Στις δυσκολίες δέν έχεις νά άποταθής σέ κανέναν άλλον, παρά μόνον στον Θεό. Αύτός γίνεται ό αιώνιος φίλος καί αληθινός αδελφός. Κάποιοι από τους περίοικους καταλάβαιναν πόσο ξένοι νιώθαμε καί προθυμοποιούντο άφ’ εαυτού τους νά μάς πάνε μέ τό αύτοκίνητό τους κάποιον περίπατο στους όμορφους χώρους του νομού.
Σ’ ένα τέτοιο περίπατο βρεθήκαμε στο αύλιδάκι τής έξωκλησιάς του 'Αγίου Δημητρίου. Λέγω στον οδηγό:
- Έδώ να μείνουμε να ξαποστάσουμε.
Καθισμένος στο πεζουλάκι τής αύλής, παρατηρούσα ερευνητικά τούς παραστάτες τής θύρας να έχουν ενα περίεργο κόκκινο χρώμα. Πλησίασα πιο κοντά. Τό χρώμα τής πέτρας δεν μπορεί να είναι αυτό σίγουρα είναι βαμμένοι. Άλλα με τί, ώστε ν’ αποδίδουν αυτήν τήν απόχρωση; Στο μεταξύ κάποιος τσομπάνος τής περιοχής, μόλις μάς είδε, ήρθε ν’ανοίξη
τήν εκκλησιά. Πρόσεξε τό αετίσιο μάτι του με πόση προσοχή
έβλεπα τήν μικρή θύρα του ναϋδρίου. Ό κυρτός γέρος σήκω-
σε τό κορμί του καί με κοίταξε στο πρόσωπο ερευνητικά, σαν
να τό αποζητούσε να τον ρωτήσω.
- Παππού -τού λέγω- με τί χρώμα είναι οί παραστάτες
βαμμένοι;
- Αυτό έχει ιστορία. Κάθισε να σου τό διηγηθώ, όπως κλέφτικα τό είδα καί τό έζησα.
- Γιατί κλέφτικα;
- Ήταν να παρουσιαστώ μπροστά τους; Τα ίδια καί χειρότερα θά πάθαινα. Θά με έκριναν κατάσκοπο καί τότες αλλοίμονο σ’ εμένα...
- Ένα απομεσήμερο έφθασαν έδώ μπροστά πού μιλούμε
τώρα ομάδα ανταρτών. Είχαν μαζί τους ένα παπά. Τό τί τον
βασάνιζαν δεν μπορώ νά σού περιγράφω· λιγώνεται ή ψυχή
μου. Μού ’ρθε νά βάλω φωτιά στον τόπο, αλλά φοβήθηκα. Τό
πιο τρομερό απ’ όλα ήταν πώς τά βασανιστήρια τά ’φτιαχναν
γυναίκες, πού εμείς τις θεωρούμε τρυφερές υπάρξεις. Στο τέλος τον έγδυσαν, τον διαπόμπευσαν, τον έδεσαν κάτω σ’ αυτήν τήν αυλή τού Αγίου Δημητρίου καί οί άσπλαχνοι άνδρες έκαναν χάζι μαζί τους. Μιά σκύλα τού απέκοψε με τσεκούρι τά γεννητικά όργανα καί έβαψε τούς παραστάτες τής εκκλησιάς. Δεν είναι, παιδί μου, χρώμα αυτό πού θωρείς.
Είναι αίμα μαρτυρικό καί μάλιστα λευϊτικό. Διάβασα όλους τους βίους των Αγίων έδώ που βόσκω τα πρόβατά μου. Τέτοιο
μαρτύριο δεν βρήκα στα Συναξάρια. Άπό τότε κανείς δεν
άσπρισε ούτε έβγαλε αύτό τό βάψιμο.
Καί αναλύθηκε ό γέρος σε δάκρυα καί στεναγμούς.
- Γιατί κλαις;
- Δεν κλαίω τον μάρτυρα, άλλα τους ανθρώπους, πού χωρίς τον Θεόν γίνονται των θηρίων αγριότεροι. Άλλα γιατί, δέσποτα, ή Εκκλησία δεν τούς τιμά τούς μάρτυρες αύτούς ως
Αγίους; Λένε: «Γιά να μην ανάβουν τα μίση». Αυτοί άναψαν
καί έκαψαν καί τώρα πού θά δροσίσουν την Εκκλησία, αφήνουμε την μαρτυρία καί τα μαρτύρια καί καταπιανόμαστε με χωρατά καί παραμύθια; Αλλοίμονο μας, πάτερ, όποιος και να είσαι.
Κατέβηκα μιά βολτά στην πόλη. Μπήκα σε μιά μεγάλη
εκκλησιά να χαιρετίσω τις εικόνες. Ένα παλληκαρούδι είχε
συναγμένα παιδιά καί δίδασκε. Ρώτησα τί ’ναι πού κάνουν
καί μου απάντησαν «Καταχητικό». Κάθισα παράμερα ν’ ακούσω. Πάντα αγαπώ τά λόγια του Θεού. Αφουγκράστηκα. Πήγα καί πιο κοντά καί άκουσα χωρατά, τραγούδια και πράγματα πού δεν ήτανε γεγονά. Στο τέλος έπιασα τον δάσκαλο.
- Παιδί μου, έχουμε ζωντανά πράγματα στην πίστη μας κι εσύ λες παραμύθια; Μη χειρότερα. Κάθισα καί τού διηγήθηκα αύτήν την ιστορία. Καί αυτός, καλε μου πάτερ, ούτε πού συγκινήθηκε ούτε πού δάκρυσε.
Μάλλον με αποστράφηκε, γιατί ήμουνα κακοντυμένος καί αγράμματος. Μη χειρότερα. «'Όσο πάει καί γερνούμε, άλλα πράγματα θωρούμε».
Ό γέρος είχε πολλή διάθεση γιά διδαχή, άλλ’ ήδη έκλινε ή ημέρα καί βρισκόμαστε στις πρώτες ώρες τής νύχτας καί
έπρεπε να φύγουμε. Σίγουρα τώρα πού γράφω θά έχη κοιμηθή.
Άς είναι ή μνήμη του αιωνία, γιατί αληθινά μιλούσε.



ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.
  Τρελλογιάννης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου