"Τά ἄθεα γράμματα παραμέρισαν τούς
ἁγίους καί τούς ἀγωνιστές καί βάλανε στό κεφάλι τοῦ Ἔθνους ξένους καί
ἄπιστους γραμματισμένους, πού πᾶνε νά νοθέψουνε τή ζωή μας. Τ’ ἄθεα
γράμματα κόψανε τό δρόμο τοῦ ἔθνους καί τ’ ἀμποδᾶνε νά χαρεῖ τή λευτεριά
του. Εἶναι ντροπή μας, ἕνα γένος πού μέ τό αἷμα του πύργωσε τή λευτεριά
του, πού περπάτησε τή δύσκολη ἀνηφοριά, νά παραδεχτῆ πῶς δέν μπορεῖ νά
πορπατήσει στόν ἴσιο δρόμο ἅμα εἰρήνεψε, κι ὅτι δέν ξέρουμε ἐμεῖς νά
συγυρίσουμε τό σπίτι, πού μέ τό αἷμα μας λευτερώσαμε, ἀλλά ξέρουν νά τό
συγυρίσουν ἐκεῖνοι πού δέν πολέμησαν, ἐκεῖνοι πού δέν πίστευαν στόν
ἀγῶνα, ἐκεῖνοι πού πᾶνε νά μᾶς ἀποκόψουνε ἀπό τόν Χριστό, καί πασχίζουνε
νά μᾶς ρίξουνε στή σκλαβιά ἄλλων ἀφεντικῶν, πού’ ναι πιό δαιμονισμένοι
ἀπό τούς Τούρκους.
Γιατί κι ἐκεῖνα πού ἐσεβάστηκεν ὁ Τοῦρκος, τ’ ἄθεα γράμματα τά πετᾶνε
καί πᾶνε νά τά ξερριζώσουνε. Ἀφανίζουνε τά μοναστήρια, πομπεύουνε τούς
καλογέρους καί τίς καλόγριες, κλέβουνε τ’ ἅγια δισκοπότηρα καί τά
πουλοῦνε γι’ ἀσῆμι πού θά στολίσει τίς βρωμογυναῖκες. Ἁρπάζουνε τ’ ἅγια
τῶν ἁγίων


