Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
“Ἄν πάντως ἀποφασισθεῖ νά ὑποβληθεῖ αἴτημα αὐτοκεφαλίας, αὐτό πρέπει νά γίνει κατά τόν ἁρμόζοντα ἱεροκανονικό τρόπο”
Μοῦ ἐζητήθη ἡ γνώμη, ἄν μπορεῖ καί ἄν πρέπει ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀνεξάρτητου καί διεθνῶς ἀναγνωρισμένου κράτους τῆς Μολδαβίας νά ζητήσει αὐτοκεφαλία. Χωρίς νά ἐπεκταθῶ σέ λεπτομερεῖς ἱστορικοκανονικές ἀναλύσεις, πού ἄν χρειασθεῖ θά τό πράξω, θά διατυπώσω σύντομα τίς ἀπόψεις μου, σύμφωνα μέ τήν ἱεροκανονική μας Παράδοση καί τίς νεώτερες ἐκκλησιολογικές ἐξελίξεις.
Πρέπει ἐν πρώτοις νά ἐπισημανθεῖ ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων δέν καθορίζουν τήν διαδικασία χορήγησης τοῦ αὐτοκεφάλου. Ἄν τήν εἶχαν καθορίσει, δέν θά χρειαζόταν νά τεθεῖ ὡς θέμα βασικό πρός ἐπίλυση ἀνάμεσα στά δέκα θέματα τῆς ἐπί πολλές δεκαετίες προετοιμαζόμενης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», πού συνῆλθε στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης (2016), χωρίς ὅμως νά συζητηθεῖ, γιατί ἀποσύρθηκε τήν τελευταία στιγμή, ἐνῶ εἶχε ἐπιτευχθῆ ὁμοφωνία καί συμφωνία εἰς ὅλα τά οὐσιώδη προβλήματα.
Αὐτό πού καθορίζουν μέ αὐστηρότητα καί ἐντυπωσιακή διαύγεια οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι ὅτι οἱ ἀσκοῦντες τήν ἐκκλησιαστική διοίκηση ἐπίσκοποι, μητροπολίτες καί πατριάρχες δέν πρέπει νά ὑπερβαίνουν τά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας πού ἔχουν καί νά ἐπεμβαίνουν ὑπερορίως στήν δικαιοδοσία ἄλλων τοπικῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ εἰσπήδηση σέ ξένη δικαιοδοσία εἶναι βαρύ ἐκκλησιαστικό παράπτωμα καί τιμωρεῖται αὐστηρά. Κατά τήν πρώτη χιλιετία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου ἡ πενταρχία τῶν πατριαρχῶν Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, Ἀλεξάνδρειας, Ἀντιόχειας καί Ἱεροσολύμων, ἐσήμαινε τήν ὕπαρξη πέντε μόνον αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. ῞Οταν ἐπιχειροῦσε κάποιος ἀπό τούς πέντε, καί συνήθως ὁ Ρώμης, νά εἰσβάλει στήν δικαιοδοσία ἄλλου πατριαρχείου, αὐτό καταδικαζόταν συνοδικῶς.
Ὅταν, μετά τό σχίσμα τοῦ 1054, ἡ Κωνσταντινούπολη ἀπέμεινε μόνη πρώτη τιμητικά στόν χῶρο τῆς Ἀνατολῆς, δέν ἐπεχείρησε νά μεταβάλει τό πρωτεῖο τιμῆς σέ πρωτεῖο ἐξουσίας, κατά τά παπικά πρότυπα, ἀλλά περιορίσθηκε στήν δική της δικαιοδοσία καί δέν ἐπενέβαινε στήν δικαιοδοσία τῶν ἄλλων τριῶν πατριαρχείων. Βοηθοῦσε μόνον κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας τίς ἐμπερίστατες ἐκκλησίες μέ παρεμβάσεις στήν Ὑψηλή Πύλη, ὅταν αὐτό τῆς ἐζητεῖτο παρακλητικά καί φιλάδελφα, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἀναγνώριση ὑπερόριας ἁρμοδιότητας.
Ὅλα τά αὐτοκέφαλα πού ἐχορήγησε ἡ Κωνσταντινούπολη μετά τήν ἅλωση τῆς Πόλης (1453) στίς Ἐκκλησίες τῆς Ρωσίας, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Ρουμανίας, τῆς Σερβίας, τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ἀλβανίας, τά ὁποῖα ἐπικαλοῦνται πολλοί, γιά νά ἀποδείξουν ὅτι μόνον ἡ Κωνσταντινούπολη ἔχει δικαίωμα νά χορηγεῖ αὐτοκέφαλο, αὐτά τά αὐτοκέφαλα λοιπόν δέν παραβίασαν τήν δικαιοδοσία ἄλλης αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας, διότι οἱ περιοχές αὐτές ἀνῆκαν ἱστορικά, ὡς τμήματα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας καί μετέπειτα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, στήν δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως· ἑπομένως ἐκινοῦντο μέσα στά ὅρια τῆς ἱεροκανονικῆς Παράδοσης.
Οἱ τέσσερις αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες τῶν πρεσβυγενῶν πατριαρχείων μέ τήν χορήγηση νέων αὐτοκεφάλων ἔγιναν τώρα δεκατέσσερις, καί ὅ,τι ἴσχυε γιά τά τέσσερα πατριαρχεῖα ἰσχύει καί γιά τίς ὑπόλοιπες. Ἡ ἀνεξαρτησία καί ἡ αὐτοκεφαλία τους εἶναι πλήρεις καί ὄχι ἐλλιπεῖς. Δέν δικαιοῦται κανένας ἀπό τούς παλαιούς πατριάρχες, οὔτε ὁ Κωνσταντινουπόλεως, νά ἐπεμβαίνει εἰς τά ἐσωτερικά τους, οὔτε εἰς τό δικαίωμά τους νά ἐπιτρέψουν ἤ νά ἀρνηθοῦν σέ μέρος τῆς δικῆς τους δικαιοδοσίας νά καταστεῖ αὐτοκέφαλο.
Δυστυχῶς ἡ Κωνσταντινούπολη ἀντικανονικά παραβίασε τήν δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας καί χορήγησε αὐτοκεφαλία στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας καί προκάλεσε ἔτσι διαιρέσεις καί συγκρούσεις. Λίγο πιό προσεκτικά κινεῖται τώρα στό αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων, ὅπου ὅμως τήν πρωτοβουλία ἔπρεπε νά ἔχει ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας. Γιατί ἔσπευσε καί προηγήθηκε ἡ Κωνσταντινούπολη στό νά δεχθεῖ τούς σχισματικούς τῶν Σκοπίων σέ εὐχαριστιακή κοινωνία; Δέν ἔπρεπε αὐτό νά γίνει πρῶτα ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας; Καί τελικῶς ποιός θά χορηγήσει τό αὐτοκέφαλο, ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἤ ἡ Κωνσταντινούπολη;
Ἡ διορθόδοξη θέση ὡς πρός τήν διαδικασία χορήγησης τοῦ αὐτοκεφάλου, πού δέν προβλέπεται ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες, ἀποφασίσθηκε μέ πλήρη ὁμοφωνία καί συμφωνία στίς Προπαρασκευαστικές Ἐπιτροπές καί Διασκέψεις πού προετοίμαζαν τό ἔργο τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή πού συνῆλθε στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης (7-13/11/1993) ὁ Γραμματεύς ἐπί τῆς προπαρασκευῆς, μητροπολίτης Ἑλβετίας Δαμασκηνός, στήν εἰσήγησή του, ὅπου παρουσίασε τίς θέσεις τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διεπίστωσε ὅτι «εἶναι σαφής ἡ ὑποκειμένη πανορθόδοξος συνείδησις, ὅτι διά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου τοπικῆς τινος Ἐκκλησίας δέν ἐπαρκεῖ κανονικῶς ἡ μεμονωμένη αὐθεντία μιᾶς μόνης αὐτοκεφάλου Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἤ ὅτι ἡ κανονική ἀπόδοσις τῆς Αὐτοκεφαλίας δέν νοεῖται ἄνευ τῆς ἐκ τῶν προτέρων βεβαιώσεως τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως».
Στό κείμενο τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐν λόγῳ Ἐπιτροπῆς γιά τό θέμα «Τό Αὐτοκέφαλο καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ», μεταξύ ἄλλων ὁρίζονται καί τά ἑξῆς:
3. Διεπιστώθη πλήρης συμφωνία ὡς πρός τούς ἀναγκαίους κανονικούς ὅρους διά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ Αὐτοκεφάλου τοπικῆς τινος Ἐκκλησίας, ἤτοι ὡς πρός τήν συγκατάθεσιν καί τάς ἐνεργείας τῆς Ἐκκλησίας-μητρός, ὡς πρός τήν ἐξασφάλισιν πανορθοδόξου συναινέσεως καί ὡς πρός τόν ρόλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν λοιπῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ Αὐτοκεφάλου. Συμφώνως πρός τήν συμφωνίαν ταύτην:
α. Ἡ Ἐκκλησία-μήτηρ, δεχομένη τό αἴτημα ὑπαγομένης εἰς αὐτήν ἐκκλησιαστικῆς περιοχῆς ἀξιολογεῖ τάς ὑφισταμένας κανονικάς καί ποιμαντικάς προϋποθέσεις, πρός παροχήν τοῦ Αὐτοκεφάλου. Εἰς περίπτωσιν καθ᾽ ἥν ἡ τοπική σύνοδος, ὡς ἀνώτατον ἐκκλησιαστικόν ὄργανον, παράσχει τήν συγκατάθεσιν αὐτῆς, ὑποβάλλει σχετικήν πρότασιν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον διά τήν ἀναζήτησιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως, ἐνημερώνει δέ σχετικῶς τάς λοιπάς κατά τόπους Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας.