Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Από την μία η Δύση. Και από την άλλη τί;



Σωτήρης Γουνελάς
Όταν πρόκειται να ασχοληθούμε με την Ευρώπη παλαιότερη ή σημερινή και τον Πολιτισμό, χρειάζεται να φέρνουμε μπροστά μας Ανατολική και Δυτική Παράδοση, ή ανατολικό και δυτικό ρωμαϊκό κράτος, ή βυζαντινή και Καρλομάγνεια Αυτοκρατορία, ή βεβαίως βυζαντινό και δυτικό Πολιτισμό, προτού φτάσουμε στις σημερινές οικονομοκεντρικές πραγματικότητες και όσα αυτές συνεπάγονται. 
Όλα αυτά τα ζητήματα έχουμε την τύχη να περνούν από μέσα μας, μέσα δηλαδή από αυτόν τον λαό και από αυτή τη χώρα. Με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με την εποχή και βεβαίως, από τον σχηματισμό του νεοελληνικού κράτους κι ύστερα, με εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, μεγαλύτερης σύγχυσης αλλά και δεινής εξάρτησης από τα δυτικογενή δεδομένα. Χρειάζεται επομένως να μιλήσουμε κάπως γι’ αυτά τα πράγματα. Κάνοντάς το θα λάβουμε υπ’ όψη μας-νομίζω ότι και ο π. Νικόλαος θα κάνει το ίδιο-τις θεολογικές και μεταφυσικές πραγματικότητες της πνευματικής ιστορίας που συνήθως παραθεωρούνται και μάλιστα όταν αυτά που λέμε αφορούν την Νεωτερικότητα, λες και η Νεωτερικότητα, δηλαδή οι Νεώτεροι χρόνοι στον δυτικό κόσμο κυρίως προήλθαν εκ του μηδενός, ήταν σαν να άρχιζαν μια νέα αρχή, η οποία δεν είχε σχέση με ό, τι προηγήθηκε, είτε στην αρχαιοελληνική μορφή του, είτε στην χριστιανική. Έκανε πολύ καλά ο Μαξ Βέμπερ όταν συνέδεε την θρησκευτική ζωή στην Ευρώπη με την ανάπτυξη του λεγόμενου κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Ας δούμε λίγο αυτή τη σχέση στα γενικότερα σχήματά της, τα προευρωπαϊκά. 

Τίθεται αμέσως ένα πολύ ουσιαστικό ζήτημα: η εξέλιξη των πραγμάτων του σύγχρονου κόσμου έφερε στο προσκήνιο την Οικονομία και το Χρήμα με τρόπο και τρόπους που δεν υπήρχαν παλιότερα. Μάλιστα μπορεί να πει κανείς, ανατρέχοντας στον Αριστοτέλη, ότι η Οικονομία που κυριαρχεί παγκοσμίως δεν είναι η Οικονομία των βασικών και πραγματικών αναγκών, δεν είναι η κανονική Οικονομία αλλά είναι αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμαζε «χρηματιστική» και την όριζε ως την Οικονομία που έχει για μοναδικό σκοπό το κέρδος.
Οι σπουδαίοι αυτοί άνθρωποι και αναφέρομαι στους αρχαίους σοφούς, Ηράκλειτο, Παρμενίδη, Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, αποστρέφονταν το Χρήμα και την ‘χρηματιστική’, όχι γιατί επιθυμούσαν μια ζωή τρωγλοδύτη ή κυνικού ή ερημίτη, αλλά γιατί διάβαζαν σ’ αυτό τη διαστροφή που μπορεί να επιφέρει στην ανθρώπινη φύση και γενικότερα στη ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών. Για να μην πούμε τίποτε για το Ευαγγέλιο, τον Μαμμωνά και την εκδίωξη των εμπόρων από το ναό. Σημειωτέον ότι μέχρι τον 16ο αιώνα ο τόκος είναι από την Καθολική Εκκλησία απαγορευμένος, ενώ την ίδια στιγμή η παπική Εκκλησία εκδίδει συγχωροχάρτια επί χρήμασι για τη σωτηρία της ψυχής των πιστών. Να πως μπαίνει η διαστροφή στο παιχνίδι και μάλιστα εκκλησιαστικά. 
Εξάλλου, ούτε στην αρχαιότητα ούτε στο Βυζάντιο κεφαλαιοποιήθηκε το Χρήμα, γιατί απλούστατα ο ‘χρηματιστικός’ πλούτος δεν καταξιωνόταν στις συνειδήσεις, οι δεσμοί τους ήταν με τη γη ή την τέχνη τους την επαγγελματική. Ο κόσμος αποτελούσε κόσμημα και η διάστασή του ήταν ιερή. Ο άνθρωπος φρόντιζε να μιμείται τη Φύση την οποία θεωρούσε ρυθμιζόμενη από υπερουράνιες δυνάμεις, κι έτσι την σεβόταν. Δεν υπήρχε καμιά τάση της λεγόμενης εκμετάλλευσης της Φύσης, παρά ίσως μονάχα σε περιόδους πολέμου, όπου υπήρχε μια ας την πούμε ‘παρά φύσιν’ δραστηριότητα. 
[Σημειωτέον ότι ο Φρόυντ αντιδιαστέλει τον σύγχρονο άνθρωπο με τον αρχαϊκό, που όταν γυρνούσε από τον πόλεμο, δεν μπορούσε ούτε στο σπίτι του να πάει, ούτε να αγγίξει τη γυναίκα του ‘προτού εξαγνιστεί με ειδικές και συχνά οδυνηρές ιεροτελεστίες’ (Κ. Παπαιωάννου, Μάζα και Ιστορία, σ. 61). Καταλήγει μάλιστα να πει ότι ‘υπάρχει μια ορισμένη ηθική λεπτότητα που λείπει από μας τους πολιτισμένους’ (ο. π.).]
Επομένως, είναι άλλο πράγμα, να ζεις με μια τέτοια θεώρηση της ζωής, των ανθρώπινων σχέσεων, της συμπαντικής αρμονίας αν όχι και του Λόγου ως αρμονιστή του σύμπαντος (αρχαίοι) και εντελώς άλλο να επιδιώκεις να εξηγήσεις τα πάντα μέσα από την ‘χρηματιστική’ που λέει ο Αριστοτέλης, πράγμα που σημαίνει ότι τα πάντα, κινούμενα μέσα σ’ ένα είδος βιολογισμού, δεν εξαρτώνται παρά από οικονομικές σχέσεις, σχέσεις κατοχής, σχέσεις χρηστικές και ανταλλακτικές μέσα στις οποίες παρεμβάλλεται ως μέγας ρυθμιστής το Χρήμα και η Τεχνική, ό,τι δηλαδή καθιερώθηκε αν όχι αποθεώθηκε στους Νεώτερους χρόνους. 
Αλλά και στο Βυζάντιο δεν είχαμε κεφαλαιοκρατία, επειδή το ζητούμενο ήταν η σωτηρία της ψυχής και η μεταμόρφωση-ανακαίνιση της ζωής και του ανθρώπου και της κτίσης με πνευματικούς τρόπους και όχι η σώρευση χρήματος για σχηματισμό κεφαλαίων (Στέλιος Ράμφος). Ο αρχαιοελληνικός κόσμος και ο βυζαντινός- αποκαλούμενος από τους δυτικούς- έχουν κάποια κοινά σημεία και στοιχεία που πρέπει να τα γνωρίζουμε και να τα κατανοήσουμε. Η ζωή τους σχετιζόταν με την υπέρλογη διάσταση, δεν ήταν λογικοκεντρικοί, ρασιοναλιστές όπως τους παρουσιάζει η Δύση. Ο Χάιντεγκερ και όχι μονάχα αυτός έδειξε ολοφάνερα ότι ανάμεσα στη σημασία της λέξης Αλήθεια και στη ρωμαϊκή Veritas υπάρχει μέγα χάσμα. Το ίδιο ανάμεσα στη λέξη ‘λόγος’ και στη ρωμαϊκή ratio. Και ακόμη πλήρης διάσταση μεταξύ της ελληνικής λέξης ‘φύσις’ και της ρωμαϊκής natura, το ίδιο μεταξύ της λέξης ‘ενέργεια’ και της λέξης actus. Συμπληρωματικά για μια γενικότερη εποπτεία νοημάτων και σημασιών παραπέμπω στον Braudel και στις παρακάτω διατυπώσεις του:
[«Ο ινδοευρωπαικός τύπος var έδωσε στις σλαβικές γλώσσες τη λέξη βέρα που σημαίνει πίστη, όχι αλήθεια. Γα τη λατινική γλώσσα αντίθετα η veritas (verite, verita) με την νομική, την φιλοσοφική, την επιστημονική της σημασία, δηλώνει πάντοτε μια βεβαιότητα, μια πραγματικότητα που εμπίπτει στη λογική μας». Ανάλογο φαινόμενο και με τη λέξη sacrement: στη Δύση, παραπέμπει στη θρησκευτική ιεραρχία, που μόνη αυτή μπορεί να προσδώσει στο σημαινόμενό της τον ιερό του χαρακτήρα.  Για την Ανατολική Εκκλησία, το ίδιο πράγμα είναι πρωτίστως ‘μυστήριο’, ‘κάτι που ξεπερνά τις αισθήσεις μας,  και πηγάζει από ψηλά», κατευθείαν από το Θεό» (Fernand Braudel, Γραμματική των πολιτισμών, μετ. Α. Αλεξάκης, MIET 2003, σ.705-706).]
Αυτές εδώ οι παρερμηνείες ή διαστρεβλώσεις νοημάτων και σημασιών που γεννούν έναν άλλο κόσμο και έναν άλλο πολιτισμό συμπληρώνονται σε πιο θεολογικό-εκκλησιαστικό πεδίο από τις παρακάτω:
«Σε ένα καθαρώς θεραπευτικό και διορθωτικό μυστήριο όπως η μετάνοια-εξομολόγηση εισάγεται εμμέσως, χωρίς κακή πρόθεση, μια απαράδεκτη έννοια ποινής (poena=ποινή), τιμωρίας. Αυτό δίνει αργότερα στους Διαμαρτυρόμενους ένα ισχυρό επιχείρημα, ώστε να κλονίσουν την εξαγιαστική θέση του μυστηρίου και να το αρνηθούν. Εφ’ όσον τους ήταν απαράδεκτη οποιαδήποτε επιβολή εξιλαστηρίων έργων από τον εξομολόγο ως ποινή, οδηγήθηκαν να δώσουν έμφαση στην πίστη και μόνο. Από την άλλη μεριά, η ατυχής και ανεπαρκής απόδοση του μυστηρίου της ιεροσύνης, κατ’ εξοχήν θεσμού χαρισμάτων και προερχομένου από την επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος, με τον όρο ministerium παραπληροφορεί και εκθέτει στον κίνδυνο να παρανοηθεί ή πραγματική έννοια, εφ’ όσον το ισοπεδώνει, το θέτει στην ίδια μοίρα με λειτουργήματα διοικητικά του νομικού κόσμου» (μητρ. Αιμιλιανού, ‘Τα κενά των διαλόγων» (γλωσ. επιμ. Καίτη Χιωτέλλη), Σύναξη 57 (Ιαν.-Μαρτ. 1996, σ.11). 
Μέσα από όλα αυτά και σε σχέση μαζί τους παρουσιάζεται ένας φιλόσοφος, ο Καρτέσιος ή Ντεκάρτ, γάλλος (1596-1650), την ίδια εποχή με τον Πασκάλ (1623-1662) και καθιερώνει τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα λέγοντας ότι η ψυχή βέβαια είναι αθάνατη, αλλά το σώμα δεν είναι παρά μια μηχανή. Τις συνέπειες μιας τέτοιας θεώρησης που προωθήθηκε στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο, μας τις εξηγεί ο γερμανός φιλόσοφος Μαξ Σέλλερ γράφοντας:
«Σύμφωνα με την μηχανική αντίληψη της ζωής, οι ζωντανοί είναι κατ’ εικόνα της μηχανής, ο ‘οργανισμός’ τους είναι συναρμολόγηση χρήσιμων εργαλείων κατ’ αναλογία με τα εργαλεία των μηχανών από τα οποία τα χωρίζει απλώς διαφορά βαθμού. Σε τέτοιες συνθήκες η ζωή δεν μπορεί να έχει καθαυτή αξία, ξεχωριστά από το άθροισμα των αξιών  χρησιμότητας των ‘οργάνων’ της…»
[Παράλληλα η μοντέρνα βιολογία εμπνέεται ολότελα από μια θεωρία που περνιέται ως αυτονόητη και κατά την οποία οι τρόποι έκφρασης, κίνησης, δραστηριότητας των όντων δεν εμφανίζονται και δεν σταθεροποιούνται στα όργανα και στους μηχανισμούς των νεύρων παρά μονάχα αν είναι ‘χρήσιμοι’, δηλαδή αν η αξία τους βρίσκεται στη συντήρηση του σωματικού μηχανισμού…» Και το χειρότερο που μας λέει είναι ότι «Αυτές οι βιολογικές θεωρήσεις εφαρμόστηκαν στη μελέτη της εξέλιξης των πολιτισμών και των  παραδόσεων…» (Max Scheller, L’ homme du ressentiment).]
Υποθέτω ότι μπορεί στοιχειωδώς τουλάχιστον να καταλάβει κανείς τι χωρίζει τον άνθρωπο τον δημιουργημένο ‘κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, όπως λέει η χριστιανική Παράδοση, από τον άνθρωπο ‘κατ’ εικόνα’ της μηχανής,  έστω στη σωματική-βιολογική του διάσταση. Έτσι απλώνεται στον κόσμο αυτή η χρησιμοθηρική-ωφελιμιστική διάσταση και καθιερώνεται σταδιακά ο βιομηχανικός πολιτισμός μέσω του οποίου ο άνθρωπος θα κατακτήσει τη φύση. Ο Πασκάλ, η φοβερή αυτή μαθηματικο-επιστημονική διάνοια, που αφιέρωσε τον εαυτό του από μια στιγμή και ύστερα στην προσωπική σχέση με το Χριστό, λέει για  τον Καρτέσιο ότι τον Θεό τον ήθελε μονάχα «για να δώσει  μια μυτιά με το δάχτυλο να πάρει ο κόσμος μπροστά». Από εκεί και ύστερα «δεν τον χρειάζεται πια το Θεό». Ο ίδιος αυτός, ο Πασκάλ, υποστηρίζει ότι «οι λογικομαθηματικές επιστήμες δεν είναι κατάλληλες για τον άνθρωπο».
Επιβεβαίωση των παραπάνω είναι η αντίληψη του Χέγκελ για το εργαλείο.  Όταν ο Χέγκελ γράφει πως «ένα εργαλείο δημιουργημένο από τον άνθρωπο είναι ανώτερο από ένα φυσικό αντικείμενο, γιατί είναι παράγωγο του πνεύματος», βρίσκεται στους αντίποδες κάθε αρχαιοελληνικής ιδέας για τον Κόσμο και τη Φύση, γιατί σ’ αυτήν, κάθε ανθρώπινο έργο αποκτά μορφή και νόημα μονάχα στο βαθμό που εντάσσεται στην οργανωτική παραγωγικότητα της Φύσης». Δεν έχουν καμιά διάθεση οι έλληνες να δαμάσουν τη φύση, όπως γράφει ο Χέγκελ ακολουθώντας ίσως τον Καρτέσιο: έχουν διάθεση να εναρμονιστούν με τη φύση γιατί γι’ αυτούς ο κόσμος είναι Κόσμημα και οι θεοί ενσωματώνονται στους ρυθμούς της Φύσης και της Ανάγκης. Γνωρίζοντάς τα αυτά ο Κώστας Παπαιωάννου, ένας σπάνιος στοχαστής που χωρίς τις μεταφράσεις που φρόντισε ο Γ. Καραμπελιάς θα ήταν άγνωστος στην Ελλάδα, φτάνει στην ακόλουθη διατύπωση:
«…υψώθηκε ένας ουμανισμός ο οποίος ήθελε να είναι η συνέχεια του ελληνικού ουμανισμού αλλά που υπήρξε ακριβώς το αντίθετό του. Για τους έλληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάντων και η επιστήμη προσέφερε την αρετή. Στο εξής η φύση θα είναι αντικείμενο και η επιστήμη θα προσφέρει την εξουσία» (ο Γκρόστεστ μιλά για «βίαιη ανάκριση της φύσης» και για προώθηση «της βασιλείας του ανθρώπου» και βέβαια μας παραπέμπει στον Σπ. Κυριαζόπουλο που μιλά για το πείραμα ως «πείραγμα»).
Καθώς έχει ειπωθεί δεκάδες φορές, Ευρώπη χωρίς αρχαίο ελληνισμό και χριστιανισμό δεν υπάρχει. Αλλά για ποιόν ελληνισμό και χριστιανισμό πρόκειται; Ο Χέγκελ μεταξύ άλλων είναι από εκείνους που υποστήριξαν τον γερμανικό λαό ως κοσμοϊστορική δύναμη και ως κληρονόμο του ελληνισμού και του χριστιανισμού, φτάνοντας να πει στο τέταρτο μάθημα της Φιλοσοφίας της Ιστορίας ότι το «γερμανικό Πνεύμα είναι το Πνεύμα του νεώτερου κόσμου που αποσκοπεί στην πραγμάτωση της απόλυτης αλήθειας ως απείρου αυτοκαθορισμού της ελευθερίας», φράση που σχολιάζει ο Κ. Παπαγιώργης στο βιβλίο του Ο Χέγκελ και η γερμανική επανάσταση γράφοντας  ότι «Εν μέσω 18ου αιώνος, μια τόσο βαρύγδουπη στον εθνοκεντρισμό της ιστορική εκτίμηση φαίνεται να μην έχει και μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα» (σ. 31). 
Αυτή «η απόλυτη αλήθεια» που ανέφερε ο Χέγκελ και «ο άπειρος αυτοκαθορισμός της ελευθερίας», χωρίς καμιά υπερβατικότητα, χωρίς καμιά αίσθηση Σάρκωσης του Λόγου, χωρίς καμιά αληθινή αίσθηση ιερότητας, όπως αυτή είχε βιωθεί έστω από τον Καθολικισμό σε περιόδους  κυρίως προ του Σχίσματος, στοιχειώνουν τη Δύση από εκεί κι ύστερα. Κάπως έτσι  έρχεται στο προσκήνιο η περιβόητη «λατρεία του Ανωτάτου Όντος», στην οποία ο Ροβεσπιέρος εμφανίστηκε ως ιερέας θεσπίζοντάς την στην Εθνοσυνέλευση της 7ης Μαίου 1795, επιδιώκοντας την εξουδετέρωση των αθέων και την εφαρμογή των ηθικών επιταγών του Ρουσσώ. Αυτή η «απόλυτη αλήθεια» και  «ο άπειρος αυτοκαθορισμός της ελευθερίας» συνοδεύουν τον γιγαντισμό του δυτικού ανθρώπου που στις προηγούμενες γραμμές ο Παπαιωάννου ονόμασε «ουμανισμό στον αντίποδα του αρχαιοελληνικού». Είναι αυτό που διατύπωσε ο Μπερντιάεφ στην ακόλουθη φράση: «Για τον Έγελο… η θρησκεία δεν ήταν η σχέση του ανθρώπου με το Θεό, αλλά η αυτοσυνειδησία του Θεού στον άνθρωπο» (Ν. Μπερντιάεφ, Δοκίμιο εσχατολογικής Μεταφυσικής, Εις.-μετ.-σχόλια Χρήστος Μαλεβίτσης, Imago,1984, σ. 232). Τη σκυτάλη την πήρε ο Μαρξ και την πήγε πιο πέρα. Και το αποκορύφωμα του γιγαντισμού: η σημερινή μηδενιστική αίσθηση ζωής, η οποία απλώνεται στον κόσμο.
Ο  «άπειρος αυτοπροσδιορισμός της ελευθερίας» που είπε πιο πάνω ο Χεγκελ είναι ίσως η φράση-κλειδί για να καταλάβει κανείς πως προχώρησε ο σύγχρονος δυτικός κόσμος. Από τότε που ο Λούθηρος φέρνει το Θεό στο κέντρο της συνείδησης, έξω από μυστήρια και αποκαλυπτική διάσταση ιστορικής Συνέχειας, και εγκαθιδρύει την αυτό-συνειδησία ως κύριο στοιχείο του ανθρώπου, η όλη εξέλιξη συνεχίζεται μεταξύ πρωτείου ‘εργαλειακού λόγου’-που ο Σίλλερ ταύτιζε με τη διάλυση της διάνοιας, και ‘ατομοποίησης των ατόμων’, δηλαδή σε μια κορύφωση εγωιστικής αναδίπλωσης στον εαυτό τους, όπως γράφει ο Charles Taylor ένας φιλόσοφος αδιαμφισβήτητου κύρους στα τελευταία χρόνια (Πηγές του εαυτού). Ο Dumont του οποίου το Δοκίμιο για τον ατομισμό είναι κλασικό (1983) μιλά για ατομικισμό-υποκειμενισμό- εγωισμό- ανθρωποκεντρισμό ως το θεμέλιο του νεωτερικού ανθρώπου. Κάπου εδώ βρίσκεται ο Μαξ Βέμπερ και το «σιδερένιο κλουβί» του εννοώντας τον αυξανόμενο εξορθολογισμό της ανθρώπινης ζωής που συνεπιφέρει την αποξένωση του ατόμου στην βιομηχανική κοινωνία και οδηγεί σε μια ολοκληρωτικά διευθυνόμενη κοινωνία, δηλ. αντικατάσταση των προσωπικών σχέσεων από απρόσωπες, οπότε  οι ενέργειες είναι θέμα ελέγχου και συναλλαγής.

```````````````
Υπάρχουν ωστόσο ζητήματα και ερωτήματα. Ο δυτικός Μεσαίωνας μετά από ένα Αυγουστίνο ο οποίος καθιερώνει τον απόλυτο προορισμό και το προπατορικό αμάρτημα ως μετατροπή του ανθρώπου σε massa peretionis=μάζα προς απώλειαν (με έντονη καταγγελία της σεξουαλικότητας), είναι σαν να τοποθετεί τους ανθρώπους μέσα σε καλούπι, όπου η ύπαρξη, η ελευθερία, η θέληση, η σκέψη, η αγάπη, η ίδια η ζωή ασθμαίνουν. Καθώς μέχρι ένα προχωρημένο Μεσαίωνα ο κλήρος είναι σαφώς χωρισμένος από το λαικό στοιχείο, κοινωνεί Σώματος και Αίματος μόνο αυτός, ενώ ο λαός κοινωνεί λειψά μόνο το Σώμα του Χριστού. Ο κλήρος και οι μοναχοί καταλαβαίνουν τα Ευαγγέλια, τα Μυστήρια της Εκκλησίας, τη θεολογία, όπως και όσο την καταλαβαίνουν, γιατί έχουν διδαχτεί λατινικά. Ο υπόλοιπος λαός δεν καταλαβαίνει τίποτα, μέχρι να μεταφράσει ο Λούθηρος τη Βίβλο στη γερμανική γλώσσα με συνέπεια να παρουσιαστεί μια άλλη θρησκεία «η ιερή καθολική ισχύς της Βίβλου», κατά την έκφραση του Νοβάλις και να προωθηθεί στο κέντρο της ζωής «ο απόλυτος λαϊκός χαρακτήρας της Βίβλου». Εξάλλου, ο σχολαστικισμός του 12ου αιώνα είχε ανοίξει το δρόμο σε παραμορφώσεις, καθώς ο Άνσελμος Καντερβουρίας κήρυττε το δόγμα της ‘θείας ικανοποιήσεως’ διαμέσου της θυσίας του Χριστού και ωθούσε τη λογική, την ratio στο κέντρο της θεολογικής και εκκλησιαστικής ζωής στη Δύση. Το γεγονός ότι η θεολογία της Παπικής Εκκλησίας έχει πολύ περισσότερο νομικό χαρακτήρα απ’ όσο έχει η Ανατολική Εκκλησία προσθέτει ακόμη μεγαλύτερο βάρος με την αρνητική σημασία στην ανθρώπινη ύπαρξη, ωθώντας την σιγά-σιγά, και ανάλογα με τις ευκαιρίες που θα παρουσιαστούν, να λευτερωθεί από τα δεσμά της. Προσθέστε σε όλα αυτά την τεράστια σύγκρουση στη Δύση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, η οποία έσκαψε βαθιά το έδαφος μιας συνάλληλης η παράλληλης εξουσίας-σχέσης, κατάσταση που σημαδεύει και την Γαλλική Επανάσταση. Η λύτρωση από τα δεσμά που ανέφερα και από την λυσσαλέα σχεδόν επιμονή της Παπικής Εκκλησίας να εξουσιάσει την Πολιτεία θεώρησαν ότι θα γίνει με την Αναγέννηση και την Μεταρρύθμιση. Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος υποστηρίζει σε βιβλίο του ότι η γραμμή της ‘θέλησης για δύναμη’ του Νίτσε αρχίζει με τον Αυγουστίνο. Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς έτσι, βλέπω όμως μεγάλη σχέση ανάμεσα στο credo ut intelligam=πιστεύω για να καταλάβω, ή στο si fallor, sum=εάν σφάλω υπάρχω κλπ., του Αυγουστίνου, με το cogito ergo sum, νοώ ή σκέφτομαι, άρα υπάρχω, του Καρτέσιου. Γι’ αυτό το τελευταίο αρκεί να πω ότι με τη διατύπωση αυτή η σκέψη στην κυριολεξία καβαλάει την ύπαρξη και έτσι προχωρούμε από λάθος σε λάθος, αφού χωρίς την ύπαρξη δεν νοείται σκέψη. 
Με Καρτέσιο πάντως ή χωρίς Καρτέσιο η οικονομική άνθηση του 18ου αιώνα όπου υλική και τεχνική ζωή γίνονται όλο πιο απαιτητικές παρασύρει την Ευρώπη στο επόμενο βήμα, την εκβιομηχάνιση, που αποτελεί κύρια δυτική ιδιομορφία και συνδυάζεται με την επιστήμη. Ο Braudel παρατηρεί κάτι που έχει παρατηρήσει και ο Φ. Σέρραρντ με άλλο τρόπο: «Η Κίνα κατείχε πολύ νωρίς, πολύ νωρίτερα από τη Δύση, μια επιστήμη, κάποιες απαρχές επιστήμης, αρκετά εκλεπτυσμένης και αρκετά προηγμένης. Αλλά προκειμένου να κάνει το τελευταίο αποφασιστικό βήμα, της έλειψε εκείνη η οικονομική ορμή που έδωσε τη μεγάλη ώθηση στην Ευρώπη, εκείνη η ‘καπιταλιστική’ ένταση…». (Fernand Braudel, ο. π., σ.502). Ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν «της έλειψε» καθόλου. Δεν την ενδιέφερε. Το πνεύμα της Κίνας, ειδικά τότε, όσο το Ταό ήταν ρυθμιστής ζωής, δεν ήθελε επ’ ουδενί μηχανικούς τρόπους και μεθόδους, γιατί αυτοί μετέτρεπαν τον άνθρωπο σε μηχανή, ή σε μετάλλευμα εκμεταλλεύσιμο από τη βιομηχανία. 
Για να αποσαφηνιστούν καλύτερα όλα αυτά τα ‘νεωτερικά’ και ‘δυτικοευρωπαϊκά’ μας χρειάζεται μια ωραία διατύπωση του Κ. Αξελού για το τι σημαίνει Νεωτερικότητα. Γράφει:
«Νεωτερικό είναι αυτό που είναι θεμελιωμένο στη δρώσα υποκειμενικότητα, στην αυτο-συνείδηση, η οποία ερμηνεύει εαυτήν και ερμηνεύει τον κόσμο […] η νεωτερικότητα τρέφεται από τη θέληση για δύναμη που ρίχνεται στην κατάκτηση του κόσμου. Τα όργανα αυτής της σκέψης κι αυτής της δράσης παρέχονται από τη φιλοσοφία του Ντεκάρτ και του Καντ, του Χέγκελ και του Μαρξ, από τη φυσικομαθηματική επιστήμη κι από την πολιτική και στρατιωτική τεχνική» ( Κ. Αξελός, …).
Είναι εκπληκτικό το τι μελάνι έχει χυθεί-ειδικά στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο- για να έρθουν στο προσκήνιο όλες αυτές οι αυτο-νομήσεις, οι αυτο-προσδιορισμοί, οι αυτο-δυναμίες, οι αυτο-συνειδήσεις, όλα τα ‘αυτό-’ και βεβαίως ο εαυτός, ο οποίος δίνει και παίρνει παλιότερα φιλοσοφικώ τω τρόπω, αργότερα επιστημονικώ τω τρόπω και σήμερα κυμαίνεται μεταξύ ψυχολογικού-ψυχαναλυτικού τρόπου και (σε πιο αγοραίο επίπεδο) ‘my self’, φράση που κατακλύζει τις ταινίες του αγγλοσαξωνικού κινηματογράφου. Λογαριάστε ότι αυτόν τον ‘εαυτό’ και αυτό το ‘my self’, δοθέντος ότι η αυτογνωσία σπανίζει, ελάχιστοι γνωρίζουν καλά-καλά περί τίνος πρόκειται! Ωστόσο, όλοι ομνύουν σ’ αυτόν! 
Η φράση του Αξελού για την «δρώσα υποκειμενικότητα» και την «αυτο-συνείδηση, η οποία ερμηνεύει εαυτήν και ερμηνεύει τον κόσμο», εάν διαβαστεί πολύ προσεχτικά, φωτίζει τη σημερινή κατάσταση του δυτικού κυρίως κόσμου. Εάν μάλιστα αυτή η «δρώσα υποκειμενικότητα», η «αυτό-συνείδηση» και οι «ερμηνείες» που ακολουθούν συνδυαστούν με τον ατομικισμό ή απλά το ‘άτομο’ και αν σκεφτούμε ότι η Δύση κατοικείται από εκατομμύρια, τα οποία κατά κάποιο τρόπο θα αυτοερμηνεύονται και θα ερμηνεύουν τον κόσμο, επίκειται-αν δεν είναι ήδη παρούσα- μια καταιγίδα απροσμέτρητων ανοησιών που βεβαίως θα προτείνονται ως ‘ερμηνείες’ της ζωής, του ανθρώπου και της δημιουργίας (δεν τολμώ να πω και του Θεού γιατί αυτό συνιστά ύβριν ή αμαρτία, αλλά βεβαίως γίνεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια…) και σιγά-σιγά η ζωή μας θα αποτελείται από εξατομικευμένες ερμηνείες, από συμπλέξεις διανοητικής αποκλειστικά τάξεως που θα συνδυάζονται με την μαθηματικοποίηση των πάντων, την μηχανοποίηση, την αποθέωση του σώματος (η ψυχή που βρίσκεται άραγε;) και την διάδοση της κατάθλιψης παγκοσμίως με όλο πιο επιταχυνόμενους ρυθμούς. 
Εδώ μας χρειάζονται μερικά πράγματα περί ‘προόδου’ και ‘εξελίξεως’.
Πρώτα-πρώτα η ιδέα της προόδου έχει επανειλημμένα ειπωθεί ότι είναι χριστιανικής προέλευσης, συνδέεται με την αναμονή της Βασιλείας του Θεού ως αποκορύφωμα της ιστορίας και βεβαίως υπάρχει εδώ η εσχατολογική διάσταση. Αυτό που δεν έχει ειπωθεί ή που αποσιωπάται και μας το λέει παρακάτω ο Μπερντιάεφ είναι ότι: «Αλλά η ιδέα της προόδου εκκοσμικεύτηκε και φυσικοποιήθηκε στη σκέψη του δέκατου ένατου αιώνα. […] Η εσχατολογική αντίληψη της ανάστασης των νεκρών, της αποκατάστασης και της μεταμόρφωσης ολόκληρου του κόσμου και του ανθρώπου, ε ί ν α ι   π α ν τ ε λ ώ ς   ξ έ ν η  προς την ιδέα της προόδου, η οποία υπόκειται σε ένα αιτιοκρατούμενο αντικειμενικό κόσμο» (Ν. Μπερντιάεφ, ο. π. σ.275).
Αυτοί άραγε που κόπτονται σήμερα για την ‘συμφιλίωση με τη Δύση’ και μάχονται την «θεολογία του ’60» γιατί τα έβαζε μαζί της, γνωρίζουν το ζήτημα που θέτει ο Μπερντιάεφ; Ένας εκκοσμικευμένος χριστιανισμός αλλά και πολιτισμός, δεν καταδικάζεται από αυτό και μόνο να κλειστεί στην ενδοκοσμικότητα χωρίς κανένα άνοιγμα, «φροντίζοντας να κλείνει καλά πάνω από το κεφάλι του την μπουκαπόρτα του υπερφυσικού δηλ. του πνεύματος», όπως έγραφε στο «Χαμένο κέντρο» ο Ζ. Λορεντζάτος;
Ένας κόσμος, ένας πολιτισμός, ο οποίος αναγνωρίζει έναν «αιτιοκρατούμενο αντικειμενικό κόσμο» και πολεμάει μέσα εκεί, ποιά αληθινή ελευθερία θα αναζητήσει, ποιά αληθινή ομορφιά, ποιά αληθινή αγάπη, ποιά αληθινή σχέση, ποιό αληθινό Νόημα ζωής; Και κάτι επίσης σημαντικό: πώς θα αντιμετωπίσει τη δύναμη και την παρουσία του ‘κακού’ στον κόσμο;
Οι έννοιες ή οι ιδέες ‘ανάπτυξη’ και ‘πρόοδος’ έχουν αγρίως διαστρεβλωθεί, γιατί απλούστατα ταυτίζονται με υλικά αγαθά, παροχές και ανέσεις, ταυτίζονται με μια ανελέητη και μονομερή τεχνολογική εξέλιξη, με μια εξίσου ανελέητη οικονομοκρατία που στροβιλίζει τα πάντα και αναστατώνει τα πάντα σαν να πρόκειται για μια απέραντα νευρωτική κατάσταση που δεν μπορεί να βρει ανάπαυση πουθενά. Ιδού πως περιγράφουν οι παρακάτω γραμμές το νέο είδος ανθρώπου: 
«Τὸν καινούργιο κόσμο... χτίζει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ κινεῖται στὴν ὑφήλιο σὰν στὸ σπίτι του, ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ ἠλεκτρονικὸ ταχυδρομεῖο, μετέχει σὲ τηλεσυσκέψεις καὶ εἶναι συνήθως ἐλεύθερος ἐπαγγελματίας μὲ δικό του ὁρμητήριο καὶ σταθερὴ συνοδεία τὸν φορητὸ ὑπολογιστὴ καὶ τὸ κινητὸ τηλέφωνο. Δὲν τὸν ἐπιλέγουν οἱ ρίζες του ἀλλὰ τὶς ἐπιλέγει... Ὑπερβαίνει ἐν τέλει ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως καὶ ἐκ πεποιθήσεως τὰ στατικὰ σχήματα, ἀπορρίπτοντας τὸν διαχωρισμὸ ἐλεύθερου καὶ ἐργασιακοῦ χρόνου, δὲν ὑποκύπτει στὶς συνήθειες καὶ θέτει διαρκῶς γιὰ λογαριασμό του ὑψηλότερους καὶ πλατύτερους στόχους. Θὰ ἔλεγα ὅτι στὸ σύμπαν του τὸ κέντρο βρίσκεται στὴν περιφέρεια, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀφήνει τὴν λογικὴ τῆς γενέσεως καὶ τῆς φθορᾶς καὶ μπαίνει στοὺς ρυθμοὺς τῆς διαρκοῦς μεταμορφώσεως. Μπορεῖ νὰ πεθαίνει ἀλλὰ δὲν πιστεύει σ' ἕνα θάνατο. Πιστεύει ὅτι κάθε φορὰ ποὺ πεθαίνεις πατᾶς πόδι σὲ ἀνώτερη ζωή. Δὲν εἶναι ἀντικείμενο τοῦ χρόνου καὶ τοῦ γίγνεσθαι ἀλλὰ ὑποκείμενο καὶ συνδημιουργός τους. Ἡ ψηφιακὴ τεχνολογία βαραίνει ἀποφασιστικὰ στὴν ζωή του, καθὼς εἰδήσεις καὶ πληροφορίες κυκλοφοροῦν μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα, ἡ διαφορὰ τῆς ὥρας καταργεῖται, οἱ μεταβιβάσεις κεφαλαίων γίνονται αὐτοστιγμεί, μεγάλες ἑταιρεῖες ἔχουν γραφεῖα, λογιστήρια καὶ ἐργοστάσια σὲ διαφορετικὰ σημεῖα τῆς γῆς, ἐνῶ ἡ κακοκαιρία σὲ ἕνα μέρος ἐπηρεάζει τὴν ἀγορὰ ἀλλοῦ καὶ τὴν τιμὴ τῶν προϊόντων σὲ τρίτους τόπους. Μετέχει βεβαίως καὶ τοῦ Διαδικτύου. Τὸ Διαδίκτυο σὲ μαθαίνει νὰ γίνεσαι ἀνεξίθρησκος, νὰ σέβεσαι τὴν διαφορά· ξεπερνᾶ τοὺς φραγμοὺς τῶν ἀποκλεισμῶν, τὴν στενότητα τῶν ἀντιλήψεων καὶ τὴν ξενοφοβία· ἐντείνει τὴν ἀνάγκη διαφανείας καὶ ἀξιώνει τὴν ἐμπιστοσύνη, ἀφοῦ αὐτὴ μόνο μπορεῖ νὰ ἐγγυηθῆ τὴν εἰλικρινῆ ἐπικοινωνία μεταξὺ ἀγνώστων-γνωστῶν. Ὅταν σὲ ἐμπιστεύωμαι, σὲ δέχομαι μὲ τὸν προσωπικό σου κόσμο, καὶ ἀπέναντι στὸ δικό σου μυστικὸ δὲν ἔχω ἀλλὸ τρόπο νὰ ἀσφαλιστῶ ἀπὸ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν πλουσιώτερη δική μου ἐσωτερικότητα.
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι φυσικὸ νὰ αἰσθάνεται πολίτης τοῦ πλανήτη, νὰ μὴν τὸν κλείνει τίποτα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς καὶ νὰ ζητῆ ποιότητα ζωῆς ἁρμόζουσα στὴν δίψα του γιὰ δημιουργία. Καθὼς ὅλα γύρω του μεταβάλλονται, ἀρνεῖται οἱονδήποτε τυπικὸ δεσμὸ ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ οἰκογένειά του νὰ ἀλλάζη μορφή, νὰ περιγράφεται ὡς σχέσι δύο ἀτόμων μὲ ἢ χωρὶς παιδί... Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπορρίπτει κάθε ἐξωτερικὸ δεσμό, τοῦ μειώνει ἀσφαλῶς τὸ συναίσθημα, ὅμως, αὐτὸ τὸ ἀρνητικὸ ἔχει καὶ τὸ θετικό του: μακροπροθέσμως τὸν κάνει κριτικώτερο, ὀξύτερο καὶ κυρίως πιὸ ἀνοιχτὸ στὸν ἑαυτό του καὶ στὰ πράγματα».
Και ιδού  πως 'διαβάζει' το προηγούμενο απόσπασμα ένας άλλος δεινός γνώστης των πραγμάτων
«οἱ ἄνθρωποι αὐτοῦ τοῦ τύπου εἶναι ἄτομα μονοδιάστατα, ψυχαναγκασμένοι ἀκτιβιστές, τεχνοχράτες ἐμμονοληπτικοὶ προσηλωμένοι μονομανῶς στὶς μπίζνες, στὸ κέρδος, στὴν ἐπέκταση, στὶς καμπύλες τῆς ἑταιρείας καὶ τοῦ χρηματιστηρίου, ἀγχωμένοι γιὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἑταιρείας τους κι ἀκόμη περισσότερο γι' αὐτὰ τῆς ἀντίπαλης ἑταιρείας, διαποτισμένοι ὣς τὸ μεδούλι ἀπὸ τὸ πνεῦμα ὑπολογισμοῦ, τὴν ἐργαλειακὴ ὀρθολογικότητα, τὴ λογιστικὴ λογικὴ ποὺ τὰ ζυγίζει ὅλα ἐν πνεύματι κερδῶν καὶ ζημιῶν καὶ ἀξιολογεῖ τοὺς ἀνθρώπους μὲ βάση τὴν ἀποδοτικότητα καὶ γενικὰ τὴ χρησιμότητά τους, ἀνάγοντας τὴν ὡφέλεια σὲ νόημα − καὶ πολὺ σωστὰ ὁ Ράμφος, σκιαγραφώντας τον δὲν προβλέπει περιθώρια γιὰ καλλιέργεια τοῦ πνεύματος, γιὰ συναναστροφὴ μὲ λογοτεχνία, τέχνη, φιλολοσοφια, οὔτε γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση. Καὶ ὁ ἰδεότυπος αὐτὸς ἐπαληθεύει ἀκριβῶς στὸ ἐπίπεδό του τὴν παρατήρηση τοῦ γάλλου φιλοσόφου Μαρσὲλ Γκωσέ (Μ. Gauchet), πὼς«εἴμαστε μάρτυρες μιᾶς ἀληθινῆς ἐσωτερίκευσης τοῦ μοντέλου τῆς ἀγορᾶς, γεγονὸς μὲ ἀνυπολόγιστες ἀνθρωπολογικἐς συνέπειες ποὺ μόλις τώρα ἀρχίζουμε νὰ διαβλέπουμε» (La religion dans lα democratie, Gallimard 1998, πρθ. ἀπὸ J.-C. Guillebaud, La refondation du monde, σ. 99).»   πηγή
Οπότε κάποια στιγμή έρχεται ο φιλόσοφος Χάιντεγκερ, ο οποίος εμπνευσμένος από θεολογικές και προσωκρατικές μελέτες επιχειρεί να βγει έξω από την Νεωτερικότητα, σε αναζήτηση άλλου Τόπου και άλλης γλώσσας που μάλλον βρίσκεται μεταξύ Ποίησης –με τη βαριά της σημασία- και ενός απροσδιόριστου Θεού. Προηγουμένως έχει καταγγείλει τη δυτική μεταφυσική στο σύνολό της. 
Στην Ελλάδα πολύ λίγο έχουμε ασχοληθεί με συγγραφές που έχουν εκεί στη Δύση αναλύσει εξαντλητικά τις καταστάσεις αυτές και μιλούν για κονιορτοποίηση του υποκειμένου  ή για ένα νομαδισμό στην έρημο του κόσμου, ενώ ο γνωστός Lipovetsky στο βιβλίο του Η εποχή του κενού (1983 και 1993 γαλλικά) «χαιρετίζει την μεγαλειώδη κενότητα της κοινωνικής ζωής και του σύγχρονου ηδονιστικού υποκειμένου». Χαρακτηριστική είναι η φράση του «Έχει πάψει να μας χαρακτηρίζει η υποχρέωση να ζούμε για κάτι άλλο έξω από τους εαυτούς μας». Και θα ήταν μέγιστη παράλειψη αν δεν ανέφερα στο σημείο αυτό τον Γιώργο Σαραντάρη, ο οποίος σε ανύποπτη στιγμή μίλησε για τον ηδονισμό-ατομικισμό της Ευρώπης σε ένα κοινό που φαίνεται ότι δεν καταλάβαινε τίποτα.
Η άλλη πλευρά…
 Ας περάσουμε τώρα στην άλλη πλευρά. Ποιά είναι αυτή; Η Ελλάδα; Οι έλληνες; Η Ορθοδοξία; Εξακολουθούμε να βαδίζουμε πάνω σε τέτοιες βεβαιότητες ή στερεότυπα εν μέσω μιας χαώδους πραγματικότητας; Μήπως έχουμε τεράστιο πρόβλημα αυτογνωσίας, έχουμε αναπτύξει ένα αμυντικό σύστημα που θέλει τις αιτίες και τους φταίχτες να τους γυρεύει πάντα έξω από εμάς; Δεν πρέπει επιτέλους να βγούμε από ένα απροσδιόριστο εαυτό που συνθλίβεται μεταξύ Ανατολής και Δύσης παριστάνοντας ότι είναι υπεράνω; Γιατί βεβαίως υπάρχουν όλα αυτά που είπαμε πριν για την δυτικογενή πραγματικότητα, αλλά πότε τα συνειδητοποιήσαμε και πότε οικοδομήσαμε πάνω στην αληθινή πνευματική μας ιστορία; Έχει άδικο  ο Κ. Παπαγιώργης που λέει ότι στο νεοελληνικό κρατίδιο μας έπεισαν να πηδήξουμε 15 αιώνες και να βρεθούμε στον 5ο αιώνα π. Χ.,  διαγράφοντας την ενδιάμεση περιοχή ως σκοτεινή; Μήπως δηλαδή μαζί με τα οικονομικά αδιέξοδα και την εφαρμογή ενός είδους θατσερισμού από αριστερή κυβέρνηση, χρειάζεται βαθιά επανεξέταση ολόκληρης της παραδοσιακής εκκλησιαστικής και θεολογικής πραγματικότητας στη σύνδεσή της, στην σύνθεσή της και την συσχέτισή της με τη ζωή, την κοινωνία, την κοινή ελληνική και παγκόσμια πραγματικότητα;
Μέσα σε μια υφήλιο που σπαράσσεται από διαδοχικές τραγωδίες, όπου εκατομμύρια πέφτουν θύματα των στημένων ‘σφαγείων’ του πολιτισμένου και μάλιστα «προηγμένου» υποτίθεται κόσμου, μέσα από τον πολιτισμό ‘ψευτοζωής’ που προωθούν τα ΜΜΕ, η Εκκλησία  και δη η Ορθόδοξη, δεν οφείλει να αντιτάξει λόγο και έργο ζωής σε όλα τα επίπεδα, όπως λιγοστοί ιεράρχες το κάνουν αλλά και λιγοστοί πιστοί;  Μήπως θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι συχνά ένας άνθρωπος που εξωτερικά παρουσιάζεται άθεος και άθρησκος, διατηρεί στο βάθος μια αινιγματική σχέση με το Θεό που δεν γνωρίζει και κάπως ανάλογα, από την άλλη, ο «μονιμοποιημένος» πιστός μπορεί να έχει τόσο πολύ ‘παγώσει’ μέσα του τη σχέση με το Θεό που να φτάνει ουσιαστικά να μη Τον γνωρίζει; Και οι δύο αν είναι έλληνες-μετέχοντες ελληνικής παιδείας - που έλεγε ο Ισοκράτης - έχουν ένα Κοινό Σημείο, είτε το ξέρουν είτε όχι. Τον Κοινό Ελληνικό Λόγο, από τον Ηράκλειτο ως το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Αυτός ο Λόγος μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για αυτογνωσία και για ένα νέο ξεκίνημα.
Και στο σημείο αυτό τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιός ενδιαφέρεται και ασχολείται με αυτόν τον Λόγο;  Ο Λόγος αυτός είναι συνυφασμένος με την χριστιανική παράδοση και την αρχαιοελληνική γνώση, αλλά και την δυτικοευρωπαϊκή, στο βαθμό που η θεολογία εκείνης και η φιλοσοφία άντλησαν από τις αρχαιότερες πνευματικές παραδόσεις: δηλαδή τον ελληνικό Λόγο. Εμείς εδώ φαίνεται να έχουμε, τουλάχιστον σε επίπεδο διδασκαλίας σχολείου, την μικρότερη σχέση με αυτό τον Λόγο από όλες τις άλλες χώρες!! Οπότε τι κάνουμε; Σε θεωρητικό επίπεδο τα έχουμε διερευνήσει όλα: Άτομο, Πρόσωπο, Κοινοτισμός, αρχαιοελληνική πόλις-πολιτισμός, Ρωμανία-Βυζάντιο-Παράδοση, Δυτικός Μεσαίωνας, Αναγέννηση, Διαφωτισμός, Ευρωπαϊκή φιλοσοφία, Επιστήμη-Τεχνολογία, Νεοελληνικό κράτος, Δεξιά και Αριστερή ιδεολογία, Εκκλησία-Θεολογία, Οικουμενισμός, Οικουμενικότητα, Σχέσεις Πατριαρχείου-Ελλαδικής Εκκλησίας, Οικονομοκρατία-τίες, Ισλάμ, Συνέπειες συγκρούσεων Μέσης Ανατολής- πόλεμοι- πρόσφυγες-μετανάστες κλπ. Στην πράξη;
Μικρή σύνθεση
Στους απόηχους της Γαλλικής Επανάστασης που αναποδογύρισε τον κόσμο ή μάλλον σάρωσε τις Κοσμικές Απολυταρχίες και αυτούς που το Ευαγγέλιο καταγγέλλει ως «δυνάστες λαών» (ποιός το θυμάται;), χωρίς ωστόσο να ανοίξει το δρόμο στη συμφιλίωση του ανθρώπου με το Πρόσωπο της Αγάπης και τον αληθινό εαυτό του, στους απόηχους λοιπόν αυτούς, θεωρητικά αρνητικούς, ένας γερμανός ποιητής που πέθανε 27 χρονών και χρησιμοποιούσε  το ψευδώνυμο Νοβάλις (=εκχερσωτής) και που έκανε παρέα  με…. συνέταξε ένα δοκίμιο που το ονόμασε σε ελληνική απόδοση Η Χριστιανοσύνη ή άλλως Ευρώπη (δες…). Οι φίλοι του μετά την εκδημία του, δεν προχώρησαν στην έκδοσή του, γιατί μάλλον βρήκαν σχεδόν άτοπο, λίγο μετά την Γαλλική Επανάσταση να μιλάς για τον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό, ή να επαναφέρεις στο προσκήνιο πράγματα που η επαναστατική έξαρση ήθελε να σαρώσει καθώς βάραινε πάνω στους λαούς η μεγάλη μάχη Πολιτείας και Εκκλησίας με την δεύτερη (την Παπική) να διεκδικεί, μερικές φορές λυσσαλέα, να επικρατήσει πάνω στην πρώτη και να έχει αυτή σε όλα τον πρώτο λόγο.
Το δοκίμιο καταχωνιάστηκε και εκδόθηκε πολύ αργότερα. Το κείμενο αυτό συμπυκνώνει σε λίγε σελίδες την δυτικοευρωπαϊκή πραγματικότητα ιδωμένη μέσα από το βλέμμα ενός ποιητή-επιστήμονα που έχει χτυπηθεί από  το Φως του Χριστού και γυρεύει με εκπληκτική νηφαλιότητα, θα έλεγα, την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής Αλήθειας και Αγάπης, εν μέσω όχι μονάχα των πολιτικο-κοινωνικών αναστατώσεων και ανακατατάξεων αλλά και των θρησκευτικών-εκκλησιαστικών που σημάδεψαν για ένα αιώνα την ευρωπαϊκή ήπειρο (αναφέρομαι στους θρησκευτικούς πολέμους των Ρωμαιοκαθολικών με την Διαμαρτύρηση).
Ο Νοβάλις έχει δ ε ί , τολμώ να πω, πιο βαθιά από τoν Ρεμπώ που σύστηνε τoν εαυτό τoυ ως ‘voyant’- βλέπων ή οραματιστής. Έχει δεί ότι πέρα από τις κοινωνικές διεκδικήσεις, τις ισότητες, τις ελευθερίες και τις αδελφοσύνες (που διακηρύχτηκαν αλλά σε ποιο βαθμό προωθήθηκαν ή υλοποιήθηκαν είναι ερώτημα), πέρα από τον ερχομό στο προσκήνιο της «ατομικής συνείδησης ή αυτο-συνείδησης (Λούθηρος) και της επιστημονικής αντικειμενικής γνώσης, οι ανάγκες του ανθρώπου  δεν ικανοποιούνται αν δεν συναντηθεί με την Πραγματικότητα που έρχεται από τον ουρανό, διασχίζει τους αιώνες και κατοικεί όσους ζήτησαν να την ανταμώσουν με την «λογική της καρδιάς», που λέει ο Πασκάλ, γιατί ή άλλη λογική της διάνοιας δεν την καταλαβαίνει. Η ‘λογική της αγάπης’ που φέρνει το Χριστό στο Σταυρό και ανοίγει τη θύρα της Ανάστασης είναι μυστηριακής και θείας τάξης, δεν κατοικοεδρεύει σε αναλύσεις μικροσκοπίων και τηλεσκοπίων, δεν προσφέρεται μέσα από Έρευνα, Πείραμα και Παρατήρηση. Απαιτεί κάποιας μορφής πνευματική-καρδιακή αποτοξίνωση, ένα ‘άδειασμα’ από τόνους σαβούρας που σώρευσαν  οι αιώνες είτε τότε, είτε, ακόμη χειρότερα, σήμερα, για να φτάσουμε σ’ ένα ξέφωτο, σε αυτό το «ανοιχτό» για το οποίο μιλούν τρεις Γερμανοί: δύο ποιητές,  ο Χαίλντερλιν και ο Ρίλκε και ένας φιλόσοφος, ο Χάιντεγκερ.
Αυτό το «ανοιχτό» είναι σαν να ‘έρχεται’ πνοή από την προηγούμενη θεολογικο-εκκλησιαστική παράδοση, που δεν την γνώρισαν αυτοί οι τρεις, μα που κάποτε αποτελούσε ενιαία πνευματική Πραγματικότητα προτού φτάσουμε στα Σχίσματα και στις αυτοκρατορικές αντιπαραθέσεις: από τη μία η Ανατολική, από την άλλη η Δυτική-Καρλομάγνεια αυτοκρατορία.
Μέσα από τόσους αιώνες αποχριστιανισμού και αντιχριστιανισμού αυτοί οι τρεις και πιο πολύ ο Νοβάλις θέτουν ξανά, με τον τρόπο τους, το ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης στο επίπεδο της Ψυχής, της Αλήθειας, της Ομορφιάς, της Συγκίνησης και της Ευαισθησίας, επαναφέρουν όψεις λησμονημένες, μέσα από τον γιγαντισμό του «ανθρωπόθεου» (Σολοβιώφ) που προώθησαν κυρίως οι τρεις τελευταίοι αιώνες στην Ευρώπη.
Τώρα, εάν περιμένουμε αυτά τα ζητήματα ή παρόμοια να τα θέσουν και να αναζητήσουν ο Φρανσουά Ολάντ ή ο Ομπάμα, ο Κάμερον, ο Σαρκοζί και η Μέρκελ ή ακόμη και όλοι οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι του πλανήτη (ευτυχώς υπάρχουν εξαιρέσεις), φοβάμαι ότι χάνουμε τον καιρό μας  και το χειρότερο είναι μήπως χάνουμε την ψυχή μας και χάνοντας την ψυχή χάνουμε και το σώμα μαζί και  αφήστε τον Καρτέσιο να τα χωρίζει. Όταν θα καταφέρουμε μέσα από την λαίλαπα των καιρών να καταλάβουμε ξανά τι σημαίνει η ρήση του Παύλου «το σώμα σας είναι ναός του αγίου Πνεύματος» τότε θα έχουμε  κάνει ένα καλό βήμα στη κατανόηση του τι σημαίνει Ευρώπη και δυτικός πολιτισμός ή μάλλον πού εκβάλει ο πολιτισμός αυτός σήμερα, την εποχή της Ενωμένης Ευρώπης ή της τείνουσας ακόμη να ενωθεί (ή μήπως να διαλυθεί;).
Ο Χάιντεγκερ φαίνεται ότι σύστησε στους Γερμανούς να διαβάσουν ή μάλλον να αφουγκραστούν τους ακόλουθους στίχους του Χαίλντερλιν με τα ακόλουθα ερωτήματα:
«Για πόσο καιρό ακόμα θα αποφεύγωμε να βιώνωμε τα όντα ως όντα; Για πόσο καιρό ακόμη οι Γερμανοί θα στέκωνται κουφοί στον λόγο που ο Χαίλντερλιν τραγούδησε στην πρώτη στροφή του ύμνου του ‘Πάτμος’;
Είναι πλησίον ο Θεός
Και δύσκολο να τον συλλάβεις,
Αλλά όπου υπάρχει ο κίνδυνος, εκεί
Προβαίνει η σωτηρία…» 
Martin Heidegger, Erlauterungen zu Holderlins Dichtung, VK,1963, Σχόλια στην ποίηση τoυ Χαίλντερλιν. Βλ. Χρήστου Μαλεβίτση, Άπαντα, τ., ‘Η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ’, Αρμός 2010, σ,173-174.
Δεν φαίνεται να τον άκουσαν. Η μήπως και κάποιοι το έκαναν; Πρέπει πάντα να αφήνουμε ένα παράθυρο μισάνοιχτο. Να μπαίνει αέρας. Αλλιώς κινδυνεύουμε από ασφυξία. Ίσως αυτό ήθελαν να πουν οι τρεις που προανέφερα με την λέξη «ανοιχτό»… Με την Ευρώπη αυτών των τριών και του Νοβάλις (ευτυχώς υπάρχουν και άλλοι) μπορούμε να συνομιλήσουμε και να συναντηθούμε.
Κατακλείδα
Ο κόσμος πρέπει να αναρωτηθεί σε βάθος μήπως ο άνθρωπος της Νεωτερικότητας που θέλησε, αδειάζοντας τη θρησκευτική του υπόσταση, να τη γεμίσει ή να την αντικαταστήσει με τον αέρα της φυσιοκρατίας, των θετικών επιστημών και της οικονομοκρατίας, κλείνοντας τον άνθρωπο στην αυτονομημένη του διάνοια, χρειάζεται να ξαναπιάσει τον παλιό μίτο που βρίσκεται πάντα στη θέση του –‘εντός υμών’, που λέει το Ευαγγέλιο- για να ξαναβρεί τις αληθινές διαστάσεις και όψεις του εαυτού του, του κόσμου και του Θεού, όπως στις  ‘Ιστορίες του Αλαδίνου’ από τις Χίλιες και Μια Νύχτες, ο αφρικανός μάγος διαλαλώντας «αλλάζω παλιά λυχνάρια με καινούρια», έτσι που να τον κοροϊδεύει  ο κόσμος, ξεγελά την πριγκίπισσα κι αυτή δίνει στον μάγο το θαυματουργό λυχνάρι του Αλαδίνου. Ο μάγος δεν ξαναφώναξε. Είχε πάρει στα χέρια του το παλιό θαυματουργό λυχνάρι.
Eμπλουτισμένη ομιλία στην εκδήλωση της ‘Χριστιανικής’ για την Ευρώπη και τον Πολιτισμό Μαΐος 2016. ( υπό έκδοση)
Ο ζωγραφικός πίνακας ("The people of chilmark", 1920) που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο τού, αμερικανού, Thomas Hart Benton.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου