Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Ἡ Θεοτόκος ἀρχὴ καὶ τέλος τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων





Τῆς Θεοποῦλας Παναγιώτου
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο "Ὁ θησαυρὸς τοῦ Δαμασκηνοῦ"

Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ ὀνομάζει ὁ πιστὸς λαός μας τὴν δεκαπενθήμερη περίοδο ποὺ ξεκινᾶ τὴν 1η Αὐγούστου καὶ καταλήγει στὶς 15 Αὐγούστου, τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας μας Θεοτόκου. Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καθ’ ὅλη τὴν περίοδο αὐτὴ τελοῦμε παρακλήσεις στὴν Παναγία, ἱκετεύουμε τὴ μεσολάβησή Της, τὴν πρεσβεία της πρὸς τὸν Υἱό Της νὰ μᾶς εὐσπλαχνιστεῖ καὶ νὰ ἀνοίξει τὸν Παράδεισο καὶ γιὰ μᾶς τοὺς ἐλεεινοὺς καὶ τρισάθλιους. Παρακαλοῦμε τὴν Δέσποινα τοῦ κόσμου, τὴν Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν νὰ μεσιτεύει, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὶς ποικίλες δυσκολίες τῆς ζωῆς, νὰ στεριώσουμε τὴν πίστη μας στὴν Ἁγία Τριάδα, νὰ ἀποφύγουμε τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.
Ἔχουμε ἄραγε ἀναρωτηθεῖ πόσα λίγα πράγματα γνωρίζουμε οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ γιὰ τὴν Παναγία μας; Ἔχουμε ἄραγε ἐξετάσει τὸ γιατί ἡ Παναγία ἀφουγκράζεται τὸν πόνο μας καὶ ἀνταποκρίνεται ὡς ἀρίστη διακόνισσα στὰ αἰτήματά μας; Ἔχουμε ἐρευνήσει τὸ γιατί πρέπει νὰ τιμοῦμε τὴν ἁγία Θεοτόκο μας;
Ἡ ἀναξιότητά μας νὰ περιγράψουμε τὴν Παναγία μᾶς ὁδηγεῖ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς νὰ ἀναφερθοῦμε στὰ...
σχετικὰ κείμενα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Δαμασκηνοῦ ποὺ περιγράφει τὰ θαύματα ποὺ συνέβησαν τὴν ἡμέρα τῆς Κοιμήσεώς Της. Νὰ λοιπὸν πὼς ἐξιστορεῖ τὰ γεγονότα καὶ τὰ θαύματα ποὺ τότε συνέβησαν.
Ἐὰν ὁ εὐαγγελισμὸς ἦταν ἀρχή, ἔτσι ἡ σημερινὴ ἑορτὴ εἶναι τέλος, ἐπειδὴ ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος εἶναι τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων Πολλοὶ ἄνθρωποι ἐκλαμβάνουν τὴ σημερινὴ ἡμέρα ὡς ἡμέρα λύπης καὶ ἀφορμὴ γιὰ δάκρυα, ἐπειδὴ κοιμήθηκε ἡ Κυρία Θεοτόκος ἐγὼ ὅμως, ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τὴν ἐκλαμβάνω ὡς ἡμέρα εὐφροσύνης. Γιατί ὅσο ἦταν στὴ γῆ μόνο τὸ χωριὸ Γεσθημανὴ τὴν εἶχε, ὅταν μετεστάθη στὸν οὐρανὸ ὅλος ὁ κόσμος τὴν ἀπέκτησε βοηθὸ καὶ ἐπιτηρητή. Γιατί ἀπὸ τὴν γῆ πῆγε στὸν οὐρανό, ἀπὸ τὴ φθορὰ στὴν ἀφθαρσία, ἀπὸ τὴ λύπη στὴ χαρά, ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα, ἀπὸ ὅλα τὰ θλιβερὰ στὰ χαροποιὰ καὶ εὐφρόσυνα. Γιὰ αὐτὸ τὸ λόγο εὐφραίνομαι.

Ὁ βίος τῆς Παναγίας

Ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦταν 59 ἐτῶν, ὅταν ἔμελλε νὰ ἀποθάνει. Ἡ Παναγία ὅταν πῆγε στὸ Ἱερὸν ἦταν τριῶν χρόνων. Στὸ Ἱερὸ ἔμεινε δώδεκα ἔτη καὶ ἕως νὰ γεννήσει τὸν Χριστό, πέρασε ἄλλο ἕνα ἔτος. Ἔζησε καὶ μὲ τὸν Χριστὸ ἄλλα 32 ἔτη καὶ μετὰ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση ἔζησε ἄλλα ἕνδεκα χρόνια. Συνολικὰ δηλαδὴ ἔζησε 59 ἔτη.
Τρεῖς ἡμέρες λοιπὸν πρὶν ἀπὸ τὴν Κοίμησή Της, φανερώθηκε σ’ αὐτὴ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ μὲ κλαδὶ φοινικιᾶς στὸ χέρι καὶ τῆς λέγει. Νὰ γνωρίζεις Κυρία Θεοτόκε, ὅτι μετὰ τρεῖς ἡμέρες πρόκειται νὰ μετατεθεῖς ἀπὸ τὴ γῆ στοὺς οὐρανούς. Γι’ αὐτὸ εὐτρέπισε τὸν ἑαυτό σου, ἑτοίμασε τὰ ἐπιτάφιά σου καὶ ἀνέμενε τὴν κοίμησή Σου, γιατί ἔρχεται ὁ Υἱός Σου νὰ παραλάβει τὴν Ἁγία Σου ψυχή. Ἀμέσως μετὰ τὸ ἄκουσμα αὐτό, ἡ Παναγία σηκώθηκε καὶ ἀνέβηκε στὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, ἐκεῖ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Υἱός Της γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ὅλα τὰ δέντρα τοῦ βουνοῦ ἐκείνου τότε κατὰ θαυμαστὸ τρόπο ἔπεσαν καὶ προσκύνησαν αὐτή, τὴ στιγμὴ ποὺ σήκωσε τὰ χέρια Της καὶ προσευχόμενη εἶπε: «Υἱέ μου μονογενὲς καὶ ἀγαπημένε, ὅπου καταδέχθηκες νὰ ἔλθεις ἐπὶ τῆς γής, νὰ σαρκωθεῖς ἀπὸ τὰ αἵματά μου, ἐσὺ παράλαβε μὲ καὶ στὴν βασιλεία Σου «σώνει μὲ ὁ χωρισμός σου σώνει μὲ ἡ στέρησίς σου Υἱέ μου ὡσὰν ὤρισες, οὕτω καὶ ποίησον ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, ἐκεῖ ὅπου εἶσαι ἐσὺ Υἱέ μου ἠγαπημένε, ἐκεῖ μὲ ἀξίωσαι νὰ ἔλθω, ὅτι ἡ καρδία μου εἶναι θλιμμένη διὰ τὴν ἀγάπην σου».
Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε ἡ Παναγία καὶ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὅρος καὶ πῆγε στὸ σπίτι Της στὸ χωριὸ Γεσθημανή. Ἡ Παναγία εἶχε δύο φουστάνια, τὸ ἕνα τὸ φόρεσε γιὰ τὴν κοίμησή της καὶ τὸ ἄλλο τὸ χάρισε σὲ μία πτωχὴ γειτόνισσα.

Οἱ Ἀπόστολοι κηδεύουν τὴ Θεοτόκο

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἦταν σὲ κοντινὰ μέρη καὶ δὲν ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τὴν περιοχὴ ὅσο ζοῦσε ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἶχε πολλὴ πίστη στὴν Θεοτόκο ἐνῶ ὁ Ἰωάννης ἦταν υἱοθετημένος γιός της. Δὲν πήγαιναν λοιπὸν πολὺ μακρυὰ γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὴν Παναγία.
Τὴν τρίτη λοιπὸν ἡμέρα, μετὰ τὸ μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ἐκεῖ ποὺ δίδασκαν, τοὺς ἅρπαξε κάποιο σύννεφο καὶ τοὺς μετέφερε στὴ Γεσθημανὴ στὸ σπίτι τῆς Παναγίας. Κατὰ παρόμοιο τρόπο μεταφέρθηκαν καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι. Στὴ Γεσθημανὴ μεταφέρθηκαν ὁ Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ διδάσκαλός του Ἅγιος Ἰερόθεος. Μόλις τοὺς εἶδε ἡ Παναγία χάρηκε καὶ τοὺς εἶπε: «Παιδιά μου καθίστε νὰ σᾶς ἀποχαιρετίσω, γιατί σήμερα μεταβαίνω στὸν ἀγαπημένο μου Υἱό. Γιατί ὁ Ἄγγελος Γαβριήλ, ὅπου μου ἀνήγγειλε τὴ σύλληψη τοῦ Υἱοῦ μου, ἦλθε πάλι καὶ μοῦ ἔδωσε αὐτὸ τὸ κλαδὶ τῆς φοινικιᾶς καὶ μοῦ εἶπε πὼς μετὰ τρεῖς ἡμέρες θὰ μεταβῶ στὰ οὐράνια γὶ΄ αὐτὸ εὐχαριστῶ τὸν Υἱό μου καὶ Θεό, ἐπειδὴ σᾶς μάζεψε ὅλους, προκειμένου νὰ σᾶς δῶ» Οἱ Ἀπόστολοι ἄρχισαν νὰ κλαῖνε. Τότε δακρυσμένος ὁ Ἰωάννης λέγει. «Κυρία Θεοτόκε καὶ μητέρα μου, ὅταν ὁ ἀγαπημένος Υἱός σου ἦταν μαζί μας τὸν εἴχαμε γιὰ παρηγοριά. Ὅταν ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς ἄφησε ὡς παρηγοριὰ ἐσένα. Τώρα ποὺ μᾶς ἀφήνεις καὶ ἐσὺ ποιὸν θὰ ἔχουμε παρηγοριά; Ποιὸς θὰ μᾶς διδάσκει καὶ θὰ μᾶς καθοδηγεῖ;
Τότε ἡ Παναγία κλαίγοντας λέγει: Μὴ κλαῖτε παιδιά μου καὶ μὲ κάνετε καὶ ἐμένα νὰ λυποῦμαι. Μὴν λυπάσθε γιὰ τὸ θάνατό μου. Γιατί μπορεῖ νὰ μετατεθῶ ἀπὸ τὴ γῆ, φίλοι του Υἱοῦ μου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ χωρισθῶ τόσο ἀπὸ ἐσᾶς, ὅσο καὶ ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐπικαλοῦνται. «ἀμὴ ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι πρέσβυς καὶ μεσίτρια στὸν ἀγαπημένο μου Υἱὸ γιὰ ὅλο τὸ χριστιανικὸ γένος. Μὴ κλαῖτε ἀλλὰ κοιτάξτε νὰ μὲ ἐνταφιάσετε.
Τὸ λόγο πῆρε κατόπιν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι ἀπόστολοι.

Ἡ Παναγία διδάσκει τοὺς Ἀποστόλους

Βλέποντας τὴν ἀγάπη καὶ τὴ θλίψη τους ἡ Παναγία τοὺς ἀπευθύνει μία τελευταία διδαχή. «Βλέπετε παιδιά μου τὸν κόσμο τοῦτο εἶναι σὰν πραγματεία. Ὁ δὲ Θεὸς εἶναι ὡς βασιλέας καὶ ἐσεῖς οἱ δοῦλοι τοῦ ἀγαπημένου μου Υἱοῦ εἶστε σὰν πραματευτάδες.
Ἦταν κάποτε ἕνας βασιλιὰς μέγας καὶ ἰσχυρὸς καὶ εἶχε δύο δούλους καὶ ἄκουσε πὼς σὲ κάποιο τόπο γίνεται μεγάλο πανηγύρι καὶ οἱ ἄνθρωποι κάνουν μεγάλη πραγματεία (ἐπίπονη ἐργασία). Φωνάζει τοὺς δύο δούλους του καὶ τοὺς λέγει: Πηγαίνετε στὸ πανηγύρι καὶ κάνετε πραγματεία ἐκεῖ. Σὲ ἕνα μήνα νὰ γυρίσετε πίσω, γιατί ὅποιος ἀργήσει θὰ ἀποκεφαλιστεῖ. Πῆραν πολλὰ χρήματα (χαρίσματα) οἱ δοῦλοι καὶ πῆγαν στὸ πανηγύρι. Ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν ἄγνωστος καὶ μωρὸς καθὼς ἦταν ἐπέλεξε νὰ ἀγοράσει πράγματα ποὺ ἔλειπαν ἀπὸ τὸ βασιλέα καὶ νόμιζε πὼς τὰ ἔχει ἀνάγκη. Ἀγόρασε σπίτια, ἐργαστήρια καὶ χωράφια, ὅσα δηλαδὴ ὁ βασιλιὰς δὲν εἶχε ἀνάγκη καὶ τὸν ἄφηναν παντελῶς ἀδιάφορο. Μέχρι νὰ σπείρει ὁ δοῦλος αὐτὸς τὰ χωράφια, νὰ φτιάξει τὰ ἐργαστήρια καὶ νὰ ἐπιδιορθώσει ὅσα σπίτια ἦταν χαλασμένα πέρασαν τέσσερις μῆνες ἴσως καὶ περισσότεροι.
Ὁ ἄλλος δοῦλος, καθὼς ἦταν φρονιμότερος ἀγόρασε πολύτιμους λίθους καὶ γύρισε ἀμέσως στὸ βασιλιὰ καὶ ὁ βασιλιὰς τὸν τίμησε καὶ τὸν δόξασε ἐπειδὴ φάνηκε ἀντάξιος της ἐμπιστοσύνης τοῦ ὁ πρῶτος δοῦλος λοιπὸν ἀποκεφαλίστηκε καὶ θεωρήθηκε ἐχθρός του βασιλιᾶ.
Ἔτσι εἶστε καὶ ἐσεῖς ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Υἱοῦ μου σᾶς ἔστειλε ὁ ἀγαπημένος μου Υἱὸς νὰ πάτε στὸν κόσμο σὰν πραματευτάδες καὶ νὰ κερδίσετε τὶς ψυχὲς τῶν πλανεμένων ἀνθρώπων, ποὺ ἄκουσαν τὸ ὄνομά Του. Καὶ ἂν κάποιος ἀπὸ ἐσᾶς φίλοι μου καὶ παιδιά μου, φανεῖ φίλος του διδασκάλου τοῦ Υἱοῦ μου, αὐτὸν θέλει νὰ τιμήσει καὶ αὐτὸς στὴν βασιλεία του. Καὶ ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ἀρέσετε στὸν διδάσκαλό σας, μοναχοί σας θὰ δεινοπαθήσετε. Γι’ αὐτὸ παιδιά μου ἀγαπημένα τρέξτε νὰ κηρύξετε, νὰ φωτίσετε, νὰ καθοδηγήσετε τὸν πεπλανημένο κόσμο, γιὰ νὰ τὸν κερδίσετε καὶ νὰ τὸν πάτε στὴ βασιλεία τοῦ Υἱοῦ μου. Μὴ φοβάσθε ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ὅπου μποροῦν μόνο τὸ σῶμα σας νὰ βλάψουν ἐνῶ στὴ ψυχή σας δὲν δύνανται νὰ κάμνουν τίποτε ἀλλὰ νὰ φοβάσθε τὸ Θεό, ὅπου δύναται καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴ ψυχή σας νὰ ζημιώσει , ὅπως ἀκριβῶς σᾶς τὸ ἔλεγε ὁ Υἱός μου. Νὰ ἔχετε ἀγάπη καὶ εἰρήνη μεταξύ σας, νὰ χαίρεσθε καὶ νὰ εὐφραίνεσθε γιατί εἶναι πολὺς ὁ μισθός σας στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν Μπορεῖ λοιπὸν ἐγὼ νὰ μεταβαίνω στὴ βασιλεία τοῦ Υἱοῦ μου ἀλλὰ πάντοτε θὰ εἶμαι μαζί σας καὶ θὰ σᾶς στηρίζω καὶ θὰ σᾶς παρηγορῶ στὶς θλίψεις σας.
Αὐτὰ εἶπε καὶ ἄλλα πολλὰ ἡ Παναγία πρὸς τοὺς Ἀποστόλους καὶ εὐθὺς ἔκλεισε τοὺς ἁγίους της ὀφθαλμοὺς καὶ φώναξε δυνατά: «Υἱέ μου εἰς χείρας σου παρατίθημι τὸ πνεῦμα μου». Καὶ κοιμήθηκε Καὶ τὴν μὲν ἅγια της ψυχὴ δέχθηκε ὁ Υἱός της στὰ χέρια του.
Τὸ δὲ ἅγιο καὶ θεοδόχο σῶμα τῆς τὸ πῆραν στοὺς ὤμους τοὺς οἱ μαθητὲς γιὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ τὸ κρατοῦσε ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Πέτρος, ἀπὸ τὴ τρίτη μεριὰ ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφός του Ἰωάννη καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Παῦλος. Οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι ἀκολουθοῦσαν ψάλλοντες καὶ ὑμνοῦντες.
Τότε κάποιοι φθονεροὶ Ἰουδαῖοι ἀκούγοντας τοὺς ἀγγελικοὺς ὕμνους τῶν Ἀποστόλων ἐπιχείρησαν νὰ πᾶνε νὰ γκρεμίσουν τὸ κρεβάτι τῆς Παναγίας μὲ τὸ ἅγιο σῶμα της. Ὅσοι κινήθηκαν ἐναντίον τοῦ σκηνώματος καὶ τῶν Ἀποστόλων τυφλώθηκαν! Στὸν πιὸ τολμηρότερο ἐξ αὐτῶν ποὺ πῆγε νὰ πιάσει τὸ κρεβάτι παρενέβη Ἄγγελος Κυρίου καὶ ἀοράτως ἔκοψε τὰ χέρια του. Κατόπιν αὐτῶν οἱ Ἰουδαῖοι βλέποντας τὸ θαῦμα μετανόησαν καὶ ἱκέτευαν τοὺς Ἀποστόλους νὰ τοὺς γιατρέψουν. Οἱ Ἀπόστολοι διαπίστωσαν ὅτι μετανόησαν καὶ πῆραν τὸ κλαδὶ τῆς φοινικιᾶς καὶ ἄγγιξαν τὸ πρόσωπο τῶν τυφλωμένων καὶ τὰ ἀποκομμένα χέρια τοῦ ἄλλου καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Παναγιᾶς ὅλοι γιατρεύτηκαν.
Τὰ ἐγκώμια τῆς Θεοτόκου
Ὅταν ἔφθασαν στὸν τάφο, ἔθεσαν κάτω τὸ λείψανο γιὰ νὰ τὸ ἀποχαιρετίσουν καὶ ἕνας –ἕνας ποὺ ἀποχαιρετοῦσε τὴν Παναγία ἄρχισε νὰ λέει ἐγκώμια. Ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος εἶπε τέτοια ἐγκώμια ὅπου ὄχι ἐγὼ (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς) ὅπου εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ θνητὸς ἀλλὰ οὔτε οἱ Ἄγγελοι μποροῦσαν νὰ ποῦν ὅσα εἶπε ἐκεῖνος.
«Ὢ θαῦμα τῶν πάντων θαυμάτων, ὅπου βλέπομεν οἱ ἄνθρωποι ἡ βασίλισσα τοῦ παντὸς πῶς ἀπνοῦς τίθεται; Ἡ Μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ πῶς ἀπέθανεν; σὺ εἶσαι Παρθένε τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν σὺ εἶσαι τὸ κήρυγμα τὸ ἰδικὸν μᾶς ἐσένα προσκυνούσιν οἱ Ἄγγελοι, τιμούσιν οἱ ἄνθρωποι, δοξάζουσιν οἱ Ἅγιοι Χαῖρε λοιπὸν Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σου, καὶ διὰ σου μεθ’ ἠμῶν... ὑμνήσατε Ἄγγελοι, δοξάσετε Προφῆται, ἐπαινέσατε Ἀρχάγγελοι τοῦ βασιλέως τὴν Μητέρα, τοῦ φωτὸς τὴ λυχνίαν, τοῦ οὐρανοῦ τὴν πλατυτέραν, τοῦ στερεώματος τὴν ὑψηλοτέραν, τὴν προστασίαν τῶν Χριστιανῶν, καὶ μεσίστριαν τοῦ γένους ἠμῶν.

Ἡ μετάσταση τῆς Θεοτόκου

Τρεῖς ἡμέρες καὶ νύκτες παρέμειναν οἱ Ἀπόστολοι δίπλα στὸν τάφο τῆς Παναγίας. Ἔλειπε μόνο ὁ Ἀπόστολος Θωμάς, ὅπως καὶ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Τὴν τρίτη ἡμέρα σύννεφο τὸν ἁρπάζει καὶ αὐτὸν καὶ τὸν πῆγε στὸν τάφο τῆς Παναγίας. Πηγαίνοντας ἐκεῖ συνάντησε τὴν Παναγία πάνω ἀπὸ τὸν τάφο σύσσωμη νὰ ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανοὺς καὶ καθὼς τὴν εἶδε ἔκραξε: «Παναγία, Παναγία ποῦ ὑπάγεις»; Καὶ ἡ Παναγία τοῦ ἁπαντά: Δέξου αὐτὸ φίλε μου καὶ ἔβγαλε τὴ Τιμία Ζώνη, ὅπου ἦταν ζωσμένη καὶ τοῦ τὴν ἔδωσε. Τότε ὁ Θωμὰς μεταβαίνει στοὺς ἄλλους μαθητὲς καὶ ἔκλαιγε γιατί δὲν ἀξιώθηκε νὰ παραβρεθεῖ στὴν Κοίμηση τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Ὅλοι δὲν εἴμαστε μαθητὲς τοῦ ἴδιου διδασκάλου, ὅλοι ἕνα κήρυγμα δὲν κηρύττομε, ὅλοι δὲν ἔχουμε κεφαλὴ τὸν Χριστό μας γιατί ἐσεῖς ἀξιωθήκατε νὰ δεῖτε τὸ θάνατο τῆς Παναγίας καὶ ἐγὼ ὄχι. Μήπως δὲν ἀρέσει στὸ Θεὸ τὸ κήρυγμά μου, ἔλεγε μὲ παράπονο ὁ Θωμάς. Παρακαλοῦσε δὲ τοὺς μαθητὲς νὰ ἀνοίξουν τὸν τάφο γιὰ νὰ ἀσπασθεῖ καὶ νὰ ἀποχαιρετίσει τὴν Παναγία. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἄνοιξαν τὸν τάφο διαπίστωσαν πὼς τὸ σῶμα ἀπουσίαζε, μετεστάθη στοὺς οὐρανούς. Μετὰ λίγες ἡμέρες ἡ Παναγία φανερώθηκε ὁλόσωμη στοὺς Ἀποστόλους σὲ μία σύναξη ποὺ εἶχαν.
Αὐτὴ τὴ γιορτὴ πανηγυρίζομε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Καὶ πρέπει νὰ τὴ γιορτάζουμε μὲ δοξολογίες καὶ εὐχαριστίες καὶ μὲ καθαρὰ τὴ καρδιά μας καὶ ὄχι νὰ τὴ γιορτάζουμε μὲ πολυφαγίες, χοροὺς καὶ μεθύσια, πράγματα ποὺ ἀρέσουν στοὺς δαίμονες. Παναγία Θεοτόκε πρέσβευε ὑπὲρ ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν.
"Στύλος Ὀρθοδοξίας", τεύχ. 70
Ἄλλη ὄψις

Πηγή: Ρωμαίικο Οδοιπορικό
http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου