Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Νους ανόητος, σε τόπο αορασίας


Κώστας  Ζουράρις

«Παίρνω ένα καρφί και τό βαρώ καί μπαίνει εις τόν τοίχο· τότε τό βγάζω, τον λέγω: Αυτό λέγεται, λογιότατε, έργον, ότι χάλασε τόν τοίχον».
Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα

Τι είν’ αυτό, που το λένε αγάπη; τι είν’ αυτό; Τι είν’ αυτό;
Αυτό που το λένε αγάπη, αυτό, που πάει συνέχεια να γίνει αγάπη είναι η κοινωνική κακουχία, η γαρ κοινωνία φιλικόν. Η κατά κόσμον κοινωνία πασχίζει με μύρια όσα καλά και δεινά να εντρυφήσει στον μέσα θησαυρό της: να ενώσει τα χωρισμένα, να αγαπήσουν τα κακιωμένα, να γειάνουν τα χτικιασμένα, Ίνα ώσιν εν. Εν, μεθυστικής ομορφιάς.
Σ’ αυτήν την εντατική πορεία προς την εσχατιά, η κοινοβιακή μονή είναι η οργανωμένη πρωτοπορία.
Το κοινωνικό πλήρωμα είναι μοιραία χλιαρό, το διατρέχουν πλαδαροί συμβιβασμοί: και τούτο ποιείν κακείνο μη άφιέναι. Το κοινόβιο είναι καυτά, ριζοσπαστικό: Πολίται, χρη λέγειν τα καίρια. Κι επειδή εν αρχή ην ο Λόγος και ο άνθρωπος είναι ζώον Λόγον έχον, ο καίριος Λόγος είναι εγκαιροφλεγής, το κοινόβιο είναι πρωτοπορία κοινωνικής ορθοπραξίας.
Πώς;
Η μοναστική ακτημοσύνη της υπακοής είναι το πανεπιστήμιο, που κατασκευάζει ουσία, καταργώντας την περιουσία. Σπουδάζει στο καίριο, εγκαταλείποντας το περιττό. Αλλα τι είναι το περιττό;
Κανείς δεν μπορεί να ορίσει το περιττό. Όλοι είμαστε οι διακριτικοί της αδυναμίας μας και στον καθένα μέσα στην μικροκοινότητά του, του πρέπει ίσως κάποιο παραπανίσιο περιττό. Θνητοί είμαστε, δηλαδή ένα άθροισμα παραλείψεων, πάντα μπερδευόμαστε όταν ψάχνουμε αυτό που μας λείπει.
Όλοι όμως μπορούμε να ελπίζουμε το απέριττο, να είμαστε ευχή προς Καίριον, πρόσκαιρη προσευχή αθανασίας. Ο άνθρωπος πλησιάζει την καίρια Πείρα, μόνον όταν προσπαθεί να γίνεται απόπειρα.
Η κοινοβιακή μονή είναι απόπειρα ζωής.
Ζωής, όχι επιβίωσης.
Ζωής, εικοσιπέντε ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι κοινοβίτες επιδιώκουν αγρυπνία, όχι υπνηλία. Επειδή οργανώνουν πανδαισία,  γι’ αυτό απορρίπτουν την διαιτησία των πραγμάτων.
Αυτό, τι μας χρειάζεται; Το πετάμε, αχρείαστο. Το άλλο, τι χρειάζεται; Ξέχασέ το, αχρείαστο. Κρατάμε μόνον το καίριο, το λιτό, το απέριττο, αυτό το χρειαζούμενο μέσα από τα αχρείαστα, αυτό που μας ενώνει ασυγχύτως και μας διακρίνει αδιαιρέτως με το Εν ού εστί χρεία: την περιπολία.
Το κοινοβιακό πολίτευμα είναι η διαρκής περίπολος της οργανωμένης πρωτοπορίας.
Εδώ και πάντοτε, οι Αθωνίτες, το κατάλαβαν γρήγορα. Την εδώ παρεπιδημία μας, την ορίζουν δύο θάνατοι, ο ένας στην αρχή της και ο άλλος στο τέλος της, αφού μόλις γεννηθούμε είμαστε, την επομένη κι ολας στιγμή, πιο κοντά στο θάνατο.
Επομένως, τι δέον ειδέναι κατά τον ορθόν λόγον; Τι είναι το κύριο και πώς γινόμαστε καίριοι μέσα στο άκυρο της ζωής μας και το πρόσκαιρο της διαβατάρικης πνοής μας;
Εδώ και υλικά γινόμαστε καίριοι μόλις με την πράξη μας αναγορευτούμε κύριοι της κοινής πορείας που μας αναβοσβήνει: μέσα στην ισόβια κάθειρξη, όπου μας καθηλώνει ο εναρκτήριος θάνατος κι ο άλλος ο ακροτελεύτιος, δεν έχουμε παρά να εργαστοϋμε την τελική μας ανυπακοή στο θάνατο. Και να γίνει ο καθένας μας με τη συμμετοχή του στην κοινότητα –, όχι σκορποχώρι, όχι ο καθένας και το μπαϊράκι του, όχι έκαστος και η μοναχική του νεύρωση –, ναι, να γίνει ο καθένας μας μέσα στο κοινόβιο, αυτό που αβίαστα μπορεί να είναι μέσα στην ειρκτή των δύο θανάτων: νικητής, παραγωγός χαριτωμένης αθανασίας. Ο καθένας, εν σαρκί περιπολών θεός.

Διαβάστε περισσότερα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου