Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΖΩΗΣ ΚΑΠΛΑΝΗΣ (1736-1806) ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥ

Από μικρός ο Ζώης Καπλάνης υπήρξεν ήρως της ζωής. Θα ήτο τεσσάρων ετών — εκεί πέραν εις το χωρίον της Ηπείρου Γραμμένον — όταν απέθανεν η καλή του μήτηρ. Το θέαμα της εξηπλωμένης αψύχου γυναικός ο Ζώης δεν το ελησμόνησε ποτέ.
Ολίγα έτη βραδύτερον ο πατήρ του ενυμφεύθη και πάλιν. Δυστυχώς η μητρυιά δεν συνεπάθησε καθόλου το ξένον παιδί.
Δεν παρήλθε πολύς καιρός και νέα συμφορά εκτύπησε τον μικρόν Ζώην: Απέθανε και ο πατήρ του! Συνήλθεν όμως ταχέως και απεφάσισε να εργασθή, δια να συντηρήση τον εαυτόν του και την μητρυιάν, την οποίαν δεν ήθελε να εγκαταλείψη.
—Είσαι αξιέπαινος, μικρέ μου Ζώη, του είπε μίαν ημέραν ο ιερεύς, που βοηθείς την μητρυιάν σου, και ο Θεός θα σε ανταμείψη.
Ο Ζώης με ένα τεμάχιον ξηρού άρτου έτρεχεν εις κάθε εργασίαν. Τέλος έγινε και ξυλοκόπος. Τα ξύλα, όσα έκοπτε, τα μετέφερεν ο ίδιος εις τα Ιωάννινα, όπου τα επώλει. Και με τα χρήματα ηγόραζε τα αναγκαία και επέστρεφεν εις το χωρίον. Εις την πατρικήν οικίαν όμως τον ανέμενον, αντί ευχαριστιών, αι ύβρεις και κάποτε και το ξύλον της σκληράς μητρυιάς.
Ω! Ήτο πολύ δυστυχής η ζωή του μικρού Ζώη. Και δι’ αυτό εις όλην την περιοχήν τον ωνόμαζον «Πικροζώην».
Επτά ολόκληρα έτη υπέμεινεν ο Ζώης την σκληράν εργασίαν, αλλά και την άδικον κακομεταχείρισιν της μητρυιάς του. Η ψυχή του είχεν εκχειλίσει από πικρίαν.
Ένα απόγευμα επέστρεψε κατάκοπος εις την οικίαν και, αντί να εύρη ολίγην τροφήν και ένα, έστω, γλυκύν λόγον, ήκουσε πάλιν ύβρεις και εδέχθη ισχυρόν ράπισμα. Η αδικία τον έπνιξεν, αλλά δεν είπε τίποτε. Εστράφη, ήνοιξε την θύραν και εξήλθεν. Έπειτα ηκολούθησεν αποφασιστικώς τον κάτω δρόμον του χωρίου — ξυπόλυτος και κακοενδεδυμένος — χωρίς να σκέπτεται τίποτε, αλλά και χωρίς να παύση τα δάκρυα.
Αίφνης εις το βάθος κάτω της πεδιάδος διακρίνει την λίμνην των Ιωαννίνων μάλλον σκοτεινή. Πέραν αυτής, εις την πόλιν φαίνονται τα πρώτα φώτα.
—Θα πάω στα Γιάννενα, ψιθυρίζει.
Και σφογγίζει δια της χειρός του τα δάκρυα Και αμέσως ακολουθεί το κατωφερές μονοπάτι.
Μιαν ώραν βραδύτερον περιπλανάται εις τας οδούς της Ηπειρωτικής πρωτευούσης.
Η νυξ επροχώρησεν. Έπρεπε να εύρη ένα κατάλυμα. Τα ολίγα χρήματά του όμως τα είχε δώσει εις την μητρυιάν. Παρεκάλεσεν εις ένα πανδοχείον να του επιτρέψουν να κοιμηθή κάπου, αλλά τον εκδιώκουν. Που να σταθή, κατάκοπος, όπως ήτο; Η πόλις έχει ησυχάσει. Περιφέρεται ολίγον ακόμη ως σκιά και τέλος εξαπλώνεται εις το πλατύ βάθρον της εισόδου μιας αρχοντικής οικίας.
Και μήπως ημπορεί να κοιμηθή; Τον βασανίζουν το νυκτερινόν ψύχος, η μοναξιά, αι σκέψεις, αι αναμνήσεις. Τα δάκρυα πλημμυρίζουν πάλιν τους οφθαλμούς του. Ανασηκώνεται τότε και αρχίζει μίαν θερμήν προσευχήν προς τον Θεόν.
Τα χείλη σαλεύουν:
—Και Συ, Χριστέ μου, όταν ήσουν μικρό παιδάκι, εγνώρισες κατατρεγμούς. Η καλή Σου Μητέρα με τον Ιωσήφ, δια να Σε σώσουν, Σε επήγαν πολύ μακριά, εκεί κάτω εις την Αίγυπτον. Γι’ αυτό, Ιησού, αγαπάς ιδιαιτέρως τα ορφανά και έρημα παιδιά. Προστάτευσέ με λοιπόν και με. Δος μου θάρρος και ελπίδα.
Η προσευχή αυτή δίδει δύναμιν εις το ορφανόν. Τέλος ο ύπνος του σφραγίζει τους οφθαλμούς,.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου