Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Τα δυο βήτα της ελληνικής ιστορίας και το δίλημμα στην σχολική αίθουσα





Η σκηνή είναι πραγματική. Έγινε σε Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, αν και θα μπορούσε να είχε γίνει σε οποιοδήποτε σχολείο της Ελλάδας. Αφού η φιλόλογος έχει μιλήσει για τον Βενιζέλο, αφού έχει εκθειάσει το έργο του και τον έχει στολίσει με μερικά κοσμητικά επίθετα, μια μαθήτρια σηκώνει το χέρι και λέει:
«Όμως, κυρία, υπάρχουν και αντίθετες απόψεις για τον Ελευθέριο Βενιζέλο« για να λάβει άμεσα την απάντηση «αυτά τα λένε όσοι δεν ξέρουν«.
Το θέμα στο οποίο εστιάζουμε, δεν είναι η διδακτική επάρκεια του ανθρώπινου δυναμικού της παιδείας, ούτε η κρατική ανεπάρκεια σε εγχειρίδια και επιμόρφωση του δυναμικού. Είναι η δυνατότητα να συνειδητοποιεί ο κάθε δάσκαλος και να χειρίζεται με την πρέπουσα  σοβαρότητα ένα μείζον θέμα του ελληνικού κράτους, το οποίο δεν διδάχθηκε: την σχέση κράτους και έθνους (εθνικού πολιτισμού του) που διαμορφώθηκε στην διάρκεια των δυο αιώνων, αφού τόση είναι διάρκεια της ζωής του πρώτου. Η διαμάχη «Βασιλιά-Βενιζέλου», των «δυο βήτα» όπως λεγόντουσαν, είναι ένα από τα επεισόδια της διαρκούς μάχης μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται.
Καλό θα ήταν ο διδάσκων -ανάλογα με την ηλικία στην οποία απευθύνεται- να τοποθετεί το θέμα στην διάσταση μιας σύγκρουσης για την οποία η αντικειμενική άποψη είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, πρέπει όμως να έχει -τουλάχιστον- έναν σωστό τίτλο: «Παράδοση και Νεωτερικότητα». Το κράτος εξ ορισμού τείνει να εξυμνεί την νεωτερικότητα, άρα να παραγνωρίζει και να κατηγορεί την παράδοση. Όμως η λύση δεν είναι αυτόματη. Δεν προκύπτει λογικά από την αντιστροφή εξύμνησης και μομφής. Το μάθημα της ιστορίας έχει φρονηματισμό ακόμη κι όταν αυτός δεν επιδιώκεται. Το θέμα είναι ιδιαίτερα περίπλοκο, επειδή περίπλοκες είναι και οι ιστορικές καταστάσεις. Βασικότερο πρόβλημα είναι η ταύτιση της παράδοσης, δηλαδή του παραδοσιακού ελληνικού πολιτισμού με τον ορθόδοξο εθνισμό του Κ. Παπαρρηγόπουλου.
Αν, δηλαδή, η νεωτερικότητα μπορεί να οριστεί κάπως ικανοποιητικά, η παράδοση σκοντάφτει στο εθνικό κράτος του 1864 που σταθεροποιεί κάπως την τραμπάλα 1821-62. Στο σχολείο είναι σχεδόν αδύνατο να διδαχθεί κάποιος ιστορία και μάλιστα, την σχέση ελληνικού κράτους και ελληνικού έθνους. Κάθε διδάσκων που σέβεται τον εαυτό του και έχει συνείδηση του ρόλου του, θα έπρεπε να παρουσιάζει με το δικό του οπτικό πρίσμα τα γεγονότα, αναφέροντας ξεκάθαρα -και κατά το δυνατόν ανεπηρέαστα- την σύγκρουση των δυο τάσεων. Η δυσκολία είναι μεγάλη στην περίοδο του 1821. Το θέμα μοιάζει άλυτο, γιατί πέρα από τα πολύπλοκα γεγονότα, έχουν διαμορφωθεί και ορισμένα στερεότυπα, η κατάρριψη των οποίων απαιτεί έρευνα. Έναν αιώνα αργότερα, τα πράγματα είναι πιο εύκολα, με την προϋπόθεση της υποψίας ότι το 1824 δεν συγκρούονται τάξεις, πρόσωπα ή περιοχές, αλλά απόψεις για το κράτος που στηρίζονται σε προκαθορισμένες, αντίπαλες αντιλήψεις του έθνους. Αν κι αυτό είναι δύσκολο, ο διδάσκων μπορεί να παραπέμπει σε κάποια βιβλιογραφία. Στην περίπτωση του Γυμνασίου και του Λυκείου η περίπτωση των σχολικών βιβλίων (και της επικρατούσας τάσης στα Πανεπιστήμια) μπορεί να τεθεί σε αντίστιξη με το βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη «Τα δυο Βήτα» (εκδόσεις Καπόν, 2016).
Τι αντιπροσωπεύει η Αθηνά Κακούρη; Τίποτε περισσότερο από το μέσο μυαλό, την υψηλή θέληση και την αστράτευτη από πολιτικές σκοπιμότητες έρευνα. Είναι συγγραφέας και έχει πολύπλευρη κοινωνική δράση. Την ιστορική έρευνα την ασκεί από την σκοπιά του πολίτη με ανήσυχο πνεύμα, αυτού που δεν ικανοποιείται από τις επικρατούσες ερμηνείες στα μείζονα γεγονότα. Όπως η ίδια λέει στην αρχή του βιβλίου της
Ευγνωμονώ τον πατέρα μου, που ήταν μεν ένθερμος βενιζελικός αλλά και δίκαιος, και έτσι στην βιβλιοθήκη του δίπλα στον Βεντήρη βρήκα και τον Γερακάρη, και τον Ζαβιτζιάνο, και τον Σακελλαρόπουλο, σαν να συνέχιζε να μου συνιστά: «Audietur et altera pars» – «Ψάχνε… Άκουγε και την άλλη πλευρά… Ουδείς αναπολόγητος… Κρίνε αμερόληπτα…»
Αυτά τα είπανε πολλοί που είτε δεν τα κατάφεραν, είτε δεν είχαν καν την πρόθεση να τα καταφέρουν. Όμως η Αθηνά Κακούρη ξεκάθαρα δεν ανήκει σ’ αυτούς. Η απλότητα και η ανεπιτήδευτη γραφή της αποδεικνύει και σ’ αυτό το βιβλίο ότι όντως εκτελεί το έργο «ενός σκεπτόμενου Έλληνα» που θέλει να καταλάβει τι συνέβη σε έναν λαό από το 1910 ως το 1915. Εννοείται, πως «η εικόνα που αναδύεται προσκρούει στην πεπατημένη«. Δηλαδή σώφρων και χαρισματικός αναδεικνύεται ο β. Κωνσταντίνος (και ο πατέρας του Γεώργιος), ενώ αντιφατικός, ανεξήγητα ριψοκίνδυνος και ενίοτε καταπατητής των θεσμών αναδεικνύεται ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Όχι, δεν αποκαλύπτει κανένα βαρύγδουπο μυστικό, ούτε κάποιο άγνωστο ιστορικό στοιχείο η Αθηνά Κακούρη. Και αυτό είναι το εντυπωσιακότερο. Η ισόρροπη παράθεση των πηγών οδηγεί σε συμπεράσματα που κάθε άλλο παρά δικαιολογούν την εξύμνηση του Βενιζέλου. Τότε γιατί στο σχολείο τα πράγματα διδάσκονται διαφορετικά;
Μα, είναι ευνόητο ότι το κράτος ορίζεται από την δύναμη που παρασκηνιακά το κατευθύνει, ενάντια στην τάση που το δημιούργησε. Όλα αυτά φαίνονται περίεργα και δυσεξήγητα, μόνον όμως επειδή διδάσκονται αντίστροφα και ενάντια στα τεκμήρια και στην λογική. Κάθε μείζων σύγκρουση ανάγεται σε αίτια διαφορετικά από τα πραγματικά, το ίδιο και κάθε φυσική εξόντωση προσώπου της παράδοσης. Ταυτόχρονα, κάθε πρόσωπο της νεωτερικότητας προβάλλεται θετικά (π.χ. βαφτίζεται εκσυγχρονιστής), κάθε κίνηση της νεωτερικότητας ενάντια στον θεωρητικό της εαυτό διανθίζεται με αγαθές προθέσεις, ένστικτο αυτοβελτίωσης και λαϊκή υποκίνηση / υποστήριξη.
Ούτε το υπόβαθρο, ούτε τα αιτήματα της στρατιωτικής εξέγερσης του 1909 παρουσιάζονται στις πραγματικές τους διαστάσεις. Η αντίφαση «βασιλεία=πολίτευμα αδικίας, ζήτω ο [περιορισμένος] βασιλιάς» και η γαρνιτούρα των «κοινωνικών δικαιωμάτων» στα αιτήματα, κρύβει τον στόχο της στρατιωτικής εξέγερσης: να έρθει στα πράγματα ο Βενιζέλος και ν’ αναλάβει την στρατιωτική ηγεσία (Σχολικό βιβλίο Γ΄ Γυμνασίου Λούβη-Ξιφαρά)
Παράδειγμα είναι το «κίνημα στο Γουδί» που παρουσιάζεται στο σχολικό βιβλίο ως ένα αυθόρμητο στρατιωτικό κίνημα λαϊκών αιτημάτων και λαϊκής υποστήριξης. Η Αθηνά Κακούρη το χαρακτηρίζει «αλλόκοτο» και αναρωτιέται πώς δεν τιμωρήθηκε κανείς γι’ αυτό. Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το σχολικό βιβλίο μιλάει για αίτια «ισμών» (ιμπεριαλισμός, εθνικισμός, μιλιταρισμός). Η Αθηνά Κακούρη με υποδειγματική ακρίβεια και περισσή ηρεμία αναλύει τις παρατάξεις, διαπιστώνει την απουσία διαφοράς κοσμοθεωριών μεταξύ των αντιπάλων και καταλήγει στο συμπέρασμα που ταυτίζεται με την άποψη του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Έπρεπε η Ελλάδα να παραμείνει ουδέτερη σ’ έναν πόλεμο που θα κατέστρεφε όλους τους εμπλεκόμενους. Δεν λέει, ούτε προσπαθεί να αποδείξει ότι το «λαϊκότροπο» Γουδί είχε στόχο την εξασφάλιση της υποχρεωτικής εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο και μάλιστα, στην πλευρά των από γενέσεώς της «συμμάχων» Άγγλων και Γάλλων (κυρίως). Γι αυτό και προτείνεται ως ισορροπιστικό σχολικό βοήθημα.
Δεν θα προχωρήσουμε. Περισσότερα θα βρείτε στα βιβλία και στις πηγές. Εξάλλου η ιστορία με τον Βενιζέλο είναι τόσο μεγάλη και τόσο σημαντικότερη στην επόμενη φάση της Μ. Ασίας και της Λωζάνης, που, υποτίθεται, ολοκληρώνουν το 1821. Για την περίοδο του εθνικού διχασμού (1915) μπορούμε, (ως μαθητές Γυμνασίου), επιγραμματικά να κρατήσουμε α) τον αίτιο του διχασμού και β) την αντίφαση μιας «αντιεθνικιστικής ιστορίας» που εξυμνεί έναν εθνικιστή. Η ιστορία αποτελεί πάντα μια υποκειμενική προσέγγιση των γεγονότων. Η αμεροληψία έγκειται στο εσωτερικό αίσθημα δικαίου του μελετητή, όχι στην κατά βούληση υποβάθμιση / υπερανάδειξη προσώπων και γεγονότων, που είναι αυτονόητο γνώρισμα ενός κακού ιστορικού.
Στέργιος Ζυγούρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου