Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Οι Άγιοι Θεοπάτορες, μετά από θερμή προσευχή στον Θεό να τους χαρίσει παιδί, συνήλθαν όχι από σαρκική επιθυμία, αλλά από υπακοή στον Θεό»


Γέροντας Παΐσιος, 

- Γέροντα, πέστε μας για τον Άγιο Ιωακείμ και την Αγία Άννα, τους Θεοπάτορες. Κάποτε κάτι αρχίσατε να μας λέτε.
- Από μικρός είχα σε μεγάλη ευλάβεια τους Αγίους Θεοπάτορες. Μάλιστα είχα πει σε κάποιον ότι, όταν με κάνουν καλόγερο, θα ήθελα να μου δώσουν το όνομα Ιωακείμ. Πόσα οφείλουμε σ’ αυτούς! Οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα είναι το απαθέστερο (δηλαδή χωρίς διαβλητά πάθη) ανδρόγυνο που υπήρξε ποτέ. Δεν είχαν καθόλου σαρκικό φρόνημα.
Ο Θεός έτσι έπλασε τον άνθρωπο και έτσι ήθελε να γεννιούνται οι άνθρωποι, απαθώς. Άλλα μετά την πτώση μπήκε το πάθος στην σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στην γυναίκα. Μόλις βρέθηκε ένα απαθές ανδρόγυνο, όπως έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και όπως ήθελε να γεννιούνται οι άνθρωποι, γεννήθηκε η Παναγία, αυτό το αγνό πλάσμα, και στην συνέχεια σαρκώθηκε ο Χριστός. Μου λέει ο λογισμός ότι θα κατέβαινε και νωρίτερα ο Χριστός στην γη, αν υπήρχε ένα αγνό ζευγάρι, όπως ήταν οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα.

Οι Ρωμαιοκαθολικοί φθάνουν στην πλάνη και πιστεύουν, δήθεν από ευλάβεια, ότι η Παναγία γεννήθηκε χωρίς να έχει το προπατορικό αμάρτημα. Ενώ η Παναγία δεν ήταν απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα, αλλά γεννήθηκε όπως ήθελε ο Θεός να γεννιούνται οι άνθρωποι μετά την δημιουργία. Ήταν πάναγνη [1] , γιατί η σύλληψη Της έγινε χωρίς ηδονή. Οι Άγιοι Θεοπάτορες, μετά από θερμή προσευχή στον Θεό να τους χαρίσει παιδί, συνήλθαν όχι από σαρκική επιθυμία, αλλά από υπακοή στον Θεό. Αυτό το γεγονός το είχα ζήσει στο Σινά [2].
_________________________
[1] Η Θεοτόκος γεννήθηκε κατά φυσικό τρόπο και όχι παρθενικώς. «Ήταν πάναγνη», γιατί, όπως γράφει και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στον Λόγο του «Εις το Γενέσιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας», συνελήφθη «σωφρόνως» (βλ. PG 96,669A), αλλά και αύξησε με τον αγώνα της την αγιότητα που έλαβε από τους γονείς της, αποκρούοντας «πάντα λογισμόν περιττόν και ψυχοβλαβή πριν γεύσασθαι» (αυτόθι 676Β).
[2] Ο Γέροντας ασκήτεψε στο Σινά, στο ασκητήριο των Αγίων Επιστήμης και Γαλακτίωνος, από το 1962 μέχρι το 1964. Το γεγονός αυτό δεν μας το απεκάλυψε.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2007, σελ. 61-62
Πηγή: ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ 

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Άκου όταν μιλάς δάσκαλε!

Αναστάσιος Αγ. Τασινός
τ. Σχολικός Σύμβουλος Δημοτικής Εκπαίδευσης
Εισαγωγή
Το παρόν άρθρο γράφτηκε με όρους παιδαγωγικής και διδακτικής πράξης, με σκοπό να προβληματίσει και να βοηθήσει τους εκπαιδευτικούς στο καθημερινό τους έργο.
Γίνεται μια προσπάθεια να τονιστεί η καλή τακτική του δασκάλου να ακούει τους μαθητές του μέσα και έξω από την τάξη, να αναδειχθεί η καλή πρακτική της συνθετικής έκθεσης, να αναφερθεί η αναγκαιότητα της εναλλαγής των μεθόδων διδασκαλίας, να αναλυθεί η τεχνική επίτευξης ήρεμου κλίματος στην τάξη και να επισημανθεί η αξιοποίηση της επικαιρότητας και των ενδιαφερόντων των μαθητών.
Επιπροσθέτως, γίνεται λόγος και για την καλή συνήθεια του δασκάλου να επιβραβεύει την προσπάθεια των μαθητών και όχι την εξυπνάδα.
Οι μαθητές μας διδάσκουν
Θυμάμαι έντονα τη στιγμή εκείνη που ως αναπληρωτής δάσκαλος, πήρα ένα πολύ καλό μάθημα
Διδακτικής από τη Μάρθα, μαθήτρια της Γ` τάξης του Δημοτικού. Καθόταν στο πρώτο θρανίο και ήταν πολύ προσεκτική στην παράδοση όλων των μαθημάτων. Μια μέρα, ενώ βάσει του εβδομαδιαίου ωρολογίου προγράμματος έπρεπε να διδάξω μία ώρα Μαθηματικά, έκανα δύο συνεχόμενες. Μόλις ολοκλήρωσα την παράδοση, η Μάρθα αντέδρασε με έναν παρατεταμένο αναστεναγμό ανακούφισης. Ήταν ολοφάνερο, ότι με «τη γλώσσα του σώματος» μου τα είπε όλα. Εκτός αυτού, είχε αντιληφθεί, ότι το μάθημα των Τεχνικών εκείνη την ημέρα πάλι δε θα γινόταν.

Αυτόν τον αναστεναγμό δεν τον ξέχασα ποτέ, όπως ποτέ δεν ξέχασα και τους δικούς μου αναστεναγμούς ως μαθητής σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Αυτά για τα οποία τότε κατηγορούσα τους εκπαιδευτικούς, διαπίστωσα ότι τα έκανα και ο ίδιος. Η επίγνωση της πικρής αυτής αλήθειας με έκανε να ακούω τους μαθητές μου και να στραφώ έγκαιρα και σε μαθητοκεντρικές μορφές διδασκαλίας, που προάγουν την ενεργητική μάθηση. Η παθητική μάθηση υποχώρησε αισθητά από την καθημερινή διδακτική πράξη, δίνοντας νέες διαστάσεις στην επικοινωνία με τους μαθητές.

Έκτοτε, βασική μου επιδίωξη ήταν να ακούγεται η κριτική των μαθητών μου στην τάξη, σχετικά με τον τρόπο διδασκαλίας των μαθημάτων. Εκτός της προφορικής αυτής κριτικής, την τελευταία ημέρα του διδακτικού έτους, που οι μαθητές ένιωθαν πιο χαλαροί και ελεύθεροι, ζητούσα να μου απαντήσουν γραπτώς και σε μερικές ερωτήσεις, σχετικές με τη λειτουργία της τάξης τη χρονιά που πέρασε.

Ρωμηοσύνη

Ιωάννου Κων. Νεονάκη MD, MSc, PhD.
Οι στιγμές που ζούμε είναι εξαιρετικά επώδυνες και κρίσιμες και προσωπικά για τον καθένα μας αλλά και συλλογικά για το λαό και το γένος μας. Οφείλομε να προσεγγίσομε τα αίτια της κατάστασης και να προσπαθήσομε να ερμηνεύσομε τα φαινόμενα. Είμαστε ένας λαός με συνεχή και αδιάσπαστη ιστορική παρουσία για πάνω από 4000 χρόνια. Εκτός από τη συνέχεια αίματος (που είναι δευτερευούσης σημασίας), έχομε κυρίως μιαν αδιάκοπη πολιτισμική συνέχεια. Εμείς οι Έλληνες έχομε ένα διακριτό από τους άλλους πολιτισμό, που έχει υποστεί μεγάλη ιστορική ωρίμανση και εξέλιξη. Από τον ήδη προ Χριστού κοινωνικοκεντρικό πολιτισμό μας (με την έννοια της αναζήτησης της σχέσης των ανθρώπων ως αλήθεια και ως πρωτεύον) προχωρήσαμε σε μια νέα ταυτότητα, τη Ρωμαίικη ταυτότητά μας. Αυτή η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα της ζύμωσης του πολιτισμού μας με δύο άλλες παραδόσεις: τη Ρωμαϊκή και την παλαιοδιαθηκική Εβραϊκή παράδοση. Ο γόνιμος συγκερασμός των τριών αυτών παραδόσεων έγινε υπό το φώς της πίστης μας στον ενσάρκως αναστηθέντα Χριστό και στην Ορθοδοξία. Από το στενό Ελληνισμό του έθνους περάσαμε στη Ρωμηοσύνη. 
Οι έννοιες Ελληνισμός και Ρωμηοσύνη δεν είναι ταυτόσημες. Ο Ελληνισμός εμπεριέχεται στη Ρωμηοσύνη, αλλά η Ρωμηοσύνη είναι μια πολύ πιο ευρεία έννοια, με οικουμενικές διαστάσεις, ενώ ενέχει και διαφορετικά αιτήματα και προτάγματα. Η Ρωμαίικη ταυτότητα διαμορφώθηκε προοδευτικά
τους πρώτους αιώνες μετά Χριστό, έγινε όμως απολύτως διακριτή από τα μέσα του τετάρτου αιώνα και κυρίως μετά το Μεγάλο Κωνσταντίνο, το διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκίας και τη μεταφορά της πρωτεύουσας στη Νέα Ρώμη/Κωνσταντινούπολη. Όπως έχομε σημειώσει και στο παρελθόν, η Ρωμανία (η αυτοκρατορία που λανθασμένα και δολίως επικράτησε να λέγεται Βυζαντινή) με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, αντιλαμβάνεται πλέον τον εαυτό της ως τη μόνη, ενιαία, αδιαίρετη, οικουμενική, συντεταγμένη χριστιανική πολιτεία επί της γης. Άξονας, ζητούμενο, λόγος ύπαρξης και πρόταγμά της καθίσταται η «σάρκωση του Λόγου», η βίωση της Βασιλείας του Θεού όχι σε μιαν αφηρημένη, ασαφή, ελπιζόμενη, μεταφυσική διάσταση, αλλά εν τοις πράγμασι και στην καθημερινή βιωτή. Το όραμα και ο άξονας αυτός αποτελεί τη νοηματοδότηση της ζωής των Ρωμηών τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο. 

Κρυφό Σχολιό, το χρονικό μιας ιστορίας, του Γεωργίου Κεκαυμένου

Εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα
Είναι γνωστό πως οι αναθεωρητές ιστορικοί θέλουν να αποσυνδέσουν εντελώς την Εκκλησία από την επανάσταση του 1821 και από όλα τα άλλα ιστορικά γεγονότα, στα οποία το σύγχρονο ελληνικό κράτος χρωστάει την ύπαρξη και τη συγκρότησή του. Γι’ αυτό και οτιδήποτε συνδέει τον ελληνισμό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη χαρακτηρίζεται αυτόχρημα ως μύθος. Ένας από αυτούς τους «μύθους» είναι και το κρυφό σχολειό. Και μάλιστα όχι οποιοσδήποτε, αλλ’ ίσως ο κυριότερος.
Λίγες δεκαετίες πριν, όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και ερευνητές αποδέχονταν και προασπίζονταν την ιστορικότητα του κρυφού σχολειού. Όμως, τώρα πια, οι πιο πολλοί, ακόμη και αυτοί του λεγόμενου πατριωτικού χώρου, μαζί με εκείνους του εκκλησιαστικού, δεν διστάζουν να παραδεχτούν ευθέως πως, όταν οι αναθεωρητές ιστορικοί υποστηρίζουν ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρξε ποτέ, έχουν δίκιο.
Παράδειγμα χαρακτηριστικό ο γνωστός ιστορικός Τ. Γριτσόπουλος, ο οποίος παλαιότερα υπήρξε ένας από τους πλέον ένθερμους υπέρμαχους και υποστηρικτές του κρυφού σχολειού, με μεγάλη συγγραφική παραγωγή ειδικά γι’ αυτό το θέμα. Κι όμως, προς το τέλος της ζωής του, δεν δίστασε να δηλώσει ευθέως ότι «ορθώς[1] αμφισβητείται η λειτουργία Κρυφού Σχολείου. Διότι δεν μαρτυρείται στις πηγές, αφού μάλιστα οι Τούρκοι δεν απαγόρευαν την λειτουργία σχολείων μετά την Άλωσιν»[2].
Το ίδιο σαφής και ξεκάθαρος στην τοποθέτησή του είναι και ο π. Γ. Μεταλληνός, ο οποίος, ήδη από το 1988, έχει δεχτεί πως το κρυφό σχολειό είναι «ατεκμηρίωτο ιστορικά, ως προς τη διαθρυλούμενη μορφή του». Ο «θρύλος» αυτός, προσθέτει, «έχει οπωσδήποτε υπόσταση», αλλά «με την έννοια, ότι την οργανωμένη παιδεία, αδύνατη για την εποχή αυτή, αναπλήρωνε η ανεπίσημη και ταπεινή φροντίδα της Εκκλησίας, στους νάρθηκες των ναών και στις μονές. Τίποτε όμως δεν αποδεικνύει επίσημα καθιερωμένη και συστηματική δίωξη της παιδείας από τους Τούρκους»[3], «έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις έλαβε χώρα, αλλ’ ως αποτέλεσμα ατομικής πρωτοβουλίας και υπερβάλλοντος ζήλου»[4]. Και για τα περαιτέρω παραπέμπει στην «σπουδαία ανάλυση» του Άλκη Αγγέλου, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους[5], δηλαδή στο κείμενο εκείνο, όπου, για πρώτη φορά σε επίπεδο έγκριτου επιστημονικού λόγου, χαρακτηρίστηκε το κρυφό σχολειό ως μύθος. Αυτή η άποψη του π. Γ. Μεταλληνού έχει πρακτικά γίνει και η ημιεπίσημη θέση της Εκκλησίας, αφού εκφράζεται δημόσια από πολλούς θεολόγους, ιερείς αλλά και μητροπολίτες.
Μετά απ’ όλ’ αυτά, ακόμη και ο πιο ρομαντικός πατριώτης δεν θα μπορούσε παρά να αποδεχτεί, χωρίς καμία αντιλογία, πως το κρυφό σχολειό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ακόμη ανυπόστατος και φυσικά εντελώς ανιστόρητος εθνικός μύθος. Αυτό είχα πιστέψει απόλυτα και εγώ, μέχρι που υπέπεσε στην αντίληψή μου μια παράγραφος από την Ιστορία για την Επανάσταση του 1821, του κορυφαίου ιστορικού και ακαδημαϊκού Διονύση Κόκκινου, όπου λέει τα εξής:
Ὁ παπᾶς κά­τω ἀ­πὸ τὰ ρά­κη τοῦ ρά­σου του κρα­τεῖ τὸ ψαλ­τῆ­ρι καὶ πη­γαί­νει νὰ μά­θῃ τὰ παι­διά, ποὺ τὸν πε­ρι­μέ­νουν, νὰ δι­α­βά­ζουν. Ὁ­μι­λεῖ ἀ­κό­μη εἰς τὰ παι­διὰ καὶ διὰ τοὺς με­γά­λους ἀν­θρώ­πους ποὺ ἐ­δό­ξα­σαν ἄλ­λο­τε αὐ­τὸν τὸν τό­πον. Δι­δά­σκει τὴν ὀ­λί­γην ἱ­στο­ρί­αν ποὺ γνω­ρί­ζει καὶ αὐ­τός. Τὸ κρυ­φὸ σχο­λει­ὸ δὲν εἶ­ναι θρῦ­λος. Τὸ συ­νε­τή­ρη­σε, πα­ρὰ τὰς κα­τα­δι­ώ­ξεις, πα­ρὰ τὴν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τον ἔλ­λει­ψιν παν­τὸς μέ­σου, πα­ρὰ τὴν φο­βε­ρὰν πί­ε­σιν τό­σων ἀ­μέ­σων ἀ­ναγ­κῶν, ποὺ θὰ ἦ­το φυ­σι­κὸν νὰ ὁ­δη­γή­σουν πρὸς τὸν ἐ­ξισ­λα­μι­σμόν, ὁ βα­θύ­τα­τος πό­θος τοῦ τυ­ραν­νου­μέ­νου ἔ­θνους νὰ ὑ­πάρ­ξῃ. Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νό­της τὸ ἐ­ξη­σφά­λι­ζε[6].

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ "Ν" ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΙΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΝΕΟΧΩΡΙΤΟΥ.

ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΚΙ ΟΙ ΚΥΠΡΙΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ.
    ΠΑΕΙ Ο ΚΥΠΡΑΙΟΣ ΣΤΑ ΕΒΕΡΕΣΤ ΚΑΙ ΖΗΤΑ ΕΝΑ ΣΑΝΤΟΥΙΤΣ ΜΕ ΤΥΡΙΝ ΚΑΙ ΝΤΟΜΑΤΑΝ ΚΑΙ ΠΙΠΕΡΙΑΝ ΚΑΙ ΚΡΕΜΜΥΔΙΝ. ΤΣΑΤΙΖΕΤΑΙ Ο ΕΛΛΑΔΙΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΕΙ : ¨ΑΜΑΝ ΕΣΕΙΣ ΟΙ ΚΥΠΡΑΙΟΙ. ΟΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΙΤΕ ΟΛΟ ΤΟ "Ν" ΠΡΟΣΘΕΤΕΤΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ. ΕΛΑ ΤΩΡΑ . ΘΕΛΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΜΕΣΑ; "
ΨΑΡΩΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΑΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΛΗΡΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΛΕΕΙ : "ΒΑΛΕ ΚΑΙ ΖΑΜΠΟ ΚΑΙ ΜΠΕΙΚΟ" !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

-Κάθε γράμμα του Ελληνικού Αλφαβήτου εκπέμπει ήχο και εικόνα.
Κάθε λέξη τέθηκε από τους «Ονοματοθέτες», νομοθέτες θα τους λέγαμε σήμερα,
με ακρίβεια και όχι τυχαία και έχει άμεση σχέση Αιτίας και Αιτιατού, μεταξύ Σημαίνοντος
και Σημαινομένου.
Εάν πάμε δε  στις Επιστήμες, τα παραδείγματα είναι  ατελείωτα και άκρως
διαφωτιστικά, αλλά και διδακτικά για τις επόμενες γενεές.
Το "Ν"  συντονίζει τον εγκέφαλο.

Σχετικά πρόσφατα (1996) στο Ιατρικό Περιοδικό MEDIZIN-JURNAL στην Γερμανία,
δημοσιεύτηκε μία επιστημονική εργασία, σύμφωνα με την οποίαν:
«Η εκφορά του γράμματος  «Ν»  μεταφέρει οξυγόνο στον εγκέφαλο και ότι δεν
ήταν τυχαίο το γεγονός της τοποθέτησης του «Ν» στο μέσον ακριβώς του Αλφαβήτου  -  στο
πρώτο Ελληνικό Αλφάβητο με τα 27 γράμματα ». (Εκτός αυτού  στο Χάρβαρντ, από
ιατρικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι η απαγγελία των Ομηρικών Επών στο πρωτότυπο, εκτός των
άλλων, κάνει καλό στην καρδιά,  ως αναπνευστική άσκηση.).
 
Και δικαιούμαι να ερωτήσω: Γιατί εμείς γίναμε διώκτες του «Ν»;
Γιατί θέλομε να φτωχύνομε τον εγκέφαλο των επομένων γενεών στην χώρα μας;
Ως μάχιμος  Εκπαιδευτικός και συγγραφέας επιστημονικού συγγράμματος
(ΔΥΣΛΕΞΙΑ, Αθήνα 1994, Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 6η Έκδοση σήμερα), νομιμοποιούμαι να ερωτήσω, αλλά και να προτείνω στο τέλος:
Η Ελληνική Γλώσσα έχει πάρει πλέον μία μορφή τέτοια που δεν έχει ανάγκη από
άλλες ακρότητες.

Όμως  αναρωτιέμαι: Είναι τυχαίο άραγε που καταργήσαμε το γράμμα  «Ν» στο
τέλος των λέξεων και τα σχολικά μας βιβλία γράφουν το «εμβαδό » (!), αντί το
εμβαδόν !!
(Στα σχολικά βοηθήματα όμως διαβάζομε « το εμβαδόΝ », δηλ. εκεί διατηρείται
το Ν, ενώ το επίσημο Κράτος στα βιβλία (ΥΠΕΠΘ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο) το έχουν
καταργήσει !!

Η Αγία Γραφή δεν απαγορεύει τον Όρκο



Η πρόσφατη (2009) ορκωμοσία της νέας Κυβερνήσεως έφερε πάλι στην επικαιρότητα το θέμα του όρκου. Σε μια ενορχηστρωμένη από αντιχριστιανικούς κονδυλοφόρους προσπάθεια έγινε ευθεία επίθεση κατά του ιερού έθους της ορκωμοσίας των μελών του Ελληνικού Κοινοβουλίου και αναζωπυρώθηκε η συζήτηση ενός θέματος που η Ορθοδοξία έχει επιλύσει τελεσίδικα, με αποτέλεσμα ο πολύς κόσμος, που έχει χάσει την σχέση του με την Ορθόδοξη πνευματικότητα, να επηρεασθή, να συγκατανεύση και εν τέλει να επιζητήση την κατάργηση του όρκου.
Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη περίπτωση μιάς μεγάλης εφημερίδος της Κυριακής 25 Οκτωβρίου, η οποία φιλοξένησε πολλά άρθρα –κληρικών και λαϊκών– με θέμα τον όρκο, στα οποία άρθρα όλοι, πιστεύοντες και μη πιστεύοντες, κατέληξαν στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι πρέπει να καταργηθή ο όρκος!
Το παράδοξο είναι ότι στην λογικοφανή βαττολογία ενεπλάκησαν και εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα οποία εν γνώσει τους ή εν αγνοία τους (ο Θεός οίδεν) έγιναν “νεροκουβαλητές” της αντιχριστιανικής κουστωδίας.
* * *
Οι συζητήσεις περί του όρκου χρονολογούνται εδώ και πολλές δεκαετίες, πολλοί δε Πνευματικοί δεν δίστασαν κατά το παρελθόν να επιβάλλουν μεγάλα πνευματικά επιτίμια σε χριστιανούς για το λόγο και μόνο ότι παρεστάθησαν σε δικαστήρια, αδιακρίτως του αν ορκίσθηκαν αληθώς, εκλαμβάνοντες και μόνη την παρουσία του χριστιανού στο δικαστήριο ως πνευματικά αξιόποινη πράξη, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν και οι Πνευματικοί με την αδιακρισία τους αυτή στο να πληθυνθή η ανομία στην πατρίδα μας και να γίνουν περισσότερο αδίστακτοι οι παντός είδους πονηρευόμενοι, αφού πλέον είχαν την βεβαιότητα ότι οι χριστιανοί, εμποδιζόμενοι από τον όρκο, δεν θα διεκδικούσαν το δίκαιό τους στα δικαστήρια.
Το εντυπωσιακό είναι ότι την αθεολόγητη νοοτροπία τους υπέρ της καταργήσεως του όρκου στηρίζουν –όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοι του όρκου– στην Αγία Γραφή, ενώ κάθε άλλο παρά αυτό η Αγία Γραφή υποστηρίζει.
Συγκεκριμένα, στηρίζονται αποκλειστικά στα λόγια του Χριστού, που παρατίθενται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στους στίχους 33 έως 37 του πέμπτου κεφαλαίου: «Πάλιν ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ουκ επιορκήσεις, αποδώσεις δε τω Κυρίω τους όρκους σου. Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως· μήτε εν τω ουρανώ, ότι θρόνος εστί του Θεού· μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιόν εστι των ποδών αυτού· μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μιαν τρίχα λευκήν ή μέλαιναν ποιήσαι. Έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου· το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστιν».

" Να κρατάμε το είναι μας σε ορισμένο βάθος... "


[...]
Παραπονιέστε ότι η ζωή σας είναι τραχειά και βασανισμένη' αλλά τέτοια είναι όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι. 'Οπου υπάρχουν άνθρωποι, εκεί υπάρχουν και πάθη, στενοκεφαλιά, εγωϊσμός και φιλαυτία. Η αλήθεια τούτη είναι ένας ακόμη λόγος, για να κρατάμε το είναι μας σε ορισμένο βάθος, να μη χάνουμε μπροστά απ' τα μάτια μας, τους καθολικούς, και ύστατους στόχους και να καταστράφουμε ό,τι μικροπρεπές και τετριμμένο μέσα μας. Δίνε μας  Κύριε, υπομονή, μεγαλοψυχία και πραότητα. 'Ολοι εμείς, δεν είναι το δικό μας, αλλά του Θεού το έργο που επιτελούμε, και γι' αυτό όλες οι συγκρούσεις και διενέξεις διευθετούνται όχι με τις δικές μας μεγάλες προσπάθειες, αλλά από τη σοφία του Θεού.[...]

Από το βιβλίο " Πνευματικά Κεφάλαια "
Του Πρεσβ. Αλεξάνδρου  Ελτσιανίνωφ

 
Arvo Pärt: Te Deum I Te Deum laudamus
 
Υάκινθος