Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Η μεταπολίτευση και το αίμα


Του Φαήλου Μ. Κρανιδιώτη

Ήταν μια μακρινή εποχή χωρίς κινητά και διαδίκτυο. Στα χωριά τηλεόραση είχε το καφενείο κι αυτό όχι πάντα. Οι αγρότες δεν είχαν επιδοτήσεις και στα χωριά τα γαϊδουρομούλαρα και τ’ άλογα ήταν πιο πολλά από τα τρακτέρ. Οι γειτονιές μας ήταν όλο χωματόδρομοι κι αλάνες, κολυμπούσαμε στον Σκαραμαγκά, το Φάληρο και την Πειραϊκή κι οι μανάδες μας ακόμη ασβέστωναν τις μάντρες στις αυλές. Η Αστυνομία Πόλεων κι η Χωροφυλακή είχαν Harley Davidson Electra Glide με μοχλό ταχυτήτων αριστερά στο ρεζερβουάρ, τα περιπολικά ήταν αμερικάνικες μαούνες κι οι γκόμενες φορούσαν μίνι και τεριλέν παντελόνι καμπάνα.
Ο Συνταγματάρχης Βαρτάνης θριάμβευε στον «Άγνωστο Πόλεμο», ο «Lone Ranger» πάντοτε κάλπαζε προς τον βράχο καβάλα στον Σίλβερ  κι εγώ γούσταρα την Μπέτυ Λιβανού αλλά δεν μου ΄δινε σημασία, γιατί τα ‘χε με τον Μαστοράκη. Τα Σάββατα στην ΥΕΝΕΔ έδειχνε ταυρομαχίες κι εμείς γουστάραμε τον «Μάνιξ», τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και την «Χαβάϊ 5-0». Μετά βλέπαμε κι «Εν τούτω Νίκα», όπου βγήκε ο εκατόνταρχος με το σπαθί στο ένα χέρι και ρολόϊ Σέϊκο στο άλλο.
Το σουξέ του καλοκαιριού ήταν το «Άσπρα θα φορέσω» με τον Γιάννη Καλαντζή σε στίχους του Πυθαγόρα (http://www.youtube.com/watch?v=CUxNR33tZxM&feature=related), που μου ‘χε κολλήσει και το τραγουδούσα συνέχεια.
Είναι η πιο έντονη ανάμνηση της παιδικής μου ηλικίας. Οι γονείς μου μ’ είχαν στείλει στο Μαυρομμάτι να περάσω, όπως κάθε Καλοκαίρι, όλες τις σχολικές διακοπές με τον παππού. Εννιά χρονών. Ο αδερφός μου είχε πάει ταξίδι στας Ευρώπας. Παρέα στον μπάρμπα μας, που είχε νταλίκα διεθνών μεταφορών, για να δει από το τριαξονικό τα πράσινα λειβάδια της Βαυαρίας και τον Μέλανα Δρυμό. Τουρισμός με συνοδεία 30 τόννους καρπούζια.

Εκείνο το πρωϊ πήγαμε οι δυο συνονόματοι στο πηγάδι να ποτίσουμε τα μουλάρια και το γαϊδούρι. Εγώ καβάλα στην Ψάρα, την αγαπημένη μου, γιατί είχε πάρει πιο πολλά από την αλογίσια πλευρά της κι ήταν πιο όμορφη. Ο παππούς δεν είχε ούτε ραδιόφωνο και στην μικρή αγροικία του ελαιώνα πέντε χιλιόμετρα από το σπίτι στο χωριό, σε μια πλαγιά που έβλεπε στην Κωπαΐδα, δεν είχε ούτε ρεύμα.
Στο πηγάδι ήρθε ένας γέρος χωριανός να ποτίσει κι αυτός τ’ άλογο του κι άρχισε να λέει στον παππού με ένταση κάτι στ΄αρβανίτικα. Ανάμεσα στις τραχιές εκφράσεις της διαλέκτου άκουγα λέξεις στην νεοελληνική, «Τούρκοι», «Κύπρος», «απόβαση», «πόλεμος», «βομβαρδισμοί». Ο χωριανός έφυγε κι ο παλιός στρατιώτης της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, ο πολυβολητής που τον έμαθε να διαβάζει ο Λοχαγός του στα χαρακώματα του Εσκή Σεχήρ και του Σαγγάριου, μου εξήγησε τι συνέβαινε. Ήταν το πρωΐ της 20ης Ιουλίου….

Διαβάστε περισσότερα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου