Σάββατο, 19 Ιουνίου 2021

Τρόποι βοηθείας τῶν τεθνεώτων




- Φώτης Σχοινάς

Παρ’ὅλο ὅτι μετά τόν θάνατο ὁ καιρός τῆς μετανοίας πέρασε ἀνεπιστρεπτί, ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὑποστηρίζει ὅτι τά μνημόσυνα, οἱ Θεῖες Λειτουργίες, οἱ ἀτομικές προσευχές καί οἱ ἐλεημοσύνες τῶν ζώντων ὠφελοῦν τά μέγιστα τίς ψυχές τῶν τεθνεώτων. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός λέει μέ τρόπο ἁπλό ἀλλά καί συνοπτικό στήν Τέταρτη Διδαχή του: «Ἄν ἀγαπᾶτε τούς ἀποθαμμένους, κάμνετε ὅ,τι ἠμπορεῖτε διά τήν ψυχήν των˙συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστείας, προσευχάς, ἐλεημοσύνας».
Μεγάλη εἶναι ἡ ὠφέλεια τῶν ψυχῶν πού μνημονεύονται στή Θεία Λειτουργία. Ἐπ’αὐτοῦ εἶναι σύμφωνη ὅλη ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, «ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τό κυριότερο πού συνιστοῦν γιά τήν ἀνάπαυση τῶν κεκοιμημένων μας νά μνημονεύονται τά ὀνόματά τους κατά τήν τέλεση τοῦ ἁγιωτάτου Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας».(Ἀβραάμ Μ. Κοκάλη, Ἡ φροντίδα μας γιά τούς κεκοιμημένους, ἐκδ. Σωτήρ, Ἀθῆναι 2014, σ. 16).
Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας γράφει στό ἔργο του Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν: «Ἀπό ὅλα ὅσα ἔχουν λεχθῆ συνάγεται ἐκεῖνο, ὅτι ὅλα ὅσα πραγματοποιοῦνται στήν ἱερά τελετή εἶναι κοινά καί σέ ζωντανούς καί σέ ἀποθανόντας» (Νικολάου Καβάσιλα, Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν ΜΔ́ 4, μετάφρασις Παναγιώτη Χρήστου, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 207). «Ὁ Χριστός», κατά τόν ἱερό Πατέρα, «μεταδίδει τόν ἑαυτόν του καί σ’αὐτούς (τούς νεκρούς) μέ τόν τρόπο πού αὐτός γνωρίζει» (Νικολάου Καβάσιλα, ὅ.π., σελ. 201). Καί ἐπίσης ἡ μετάληψη τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ παράδεισος γιά τούς κεκοιμημένους: «Τώρα ὅμως αὐτό πού προμηθεύει στούς ἐκεῖ εὑρισκομένους κάθε ἀπόλαυσι καί μακαριότητα, ὅπως καί ἄν τό εἰπῆς, εἴτε παράδεισο εἴτε κόλπους τοῦ Ἀβραάμ εἴτε τόπους καθαρούς ἀπό κάθε λύπη καί ὀδύνη, καί φωτεινούς καί χλοερούς καί ἀναψυκτικούς, εἴτε βασιλεία καθ’ἑαυτή, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά αὐτό τό ποτήριο καί αὐτός ὁ ἄρτος» (Νικολάου Καβάσιλα, ὅ.π., σελ. 209).
Γιά τήν ὠφέλεια καί τή σημασία τῶν μνημοσύνων διαφωτιστικός εἶναι ὁ Λόγος περί ἐξόδου ψυχῆς τοῦ ἁγίου Μακαρίου. Κάποτε ὅ ἅγιος Μακάριος ρώτησε τούς Ἀγγέλους πού τόν ἀκολουθοῦσαν στήν ἔρημο: «Ἐπειδή ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες μᾶς δόθηκε τό νά τελοῦμε μνήμη τῶν κεκοιμημένων κατά τήν τρίτη, τήν ἐνάτη καί τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα, ποιό εἶναι τό ὄφελος γιά τόν κεκοιμημένο; Ὁ Ἄγγελος ἀπάντησε: “ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει νά γίνεται τίποτε τό μή ἀπαραίτητο καί ἀνώφελο στήν Ἐκκλησία Του.Γιατί, ὅταν κατά τήν τρίτη ἡμέρα τελεῖται μνημόσυνο στήν ἐκκλησία, τότε ἡ ψυχή τοῦ τεθνεῶτος λαμβάνει παρηγοριά ἀπό τόν Ἄγγελο γιά τή λύπη της λόγῳ τοῦ χωρισμοῦ ἀπό τό σῶμα. Λαμβάνει παρηγοριά ἐπειδή γιά χάρη της τελεῖται στήν Ἐκκλησία δέηση καί προσφορά λαμβάνει ἔτσι ἡ ψυχή τήν ἀγαθή ἐλπίδα. Γιατί κατά τήν διάρκεια τῶν δύο προηγουμένων ἡμερῶν ἐπιτρέπεται στήν ψυχή νά ἐπισκεφθεῖ ὅποιο μέρος θελήσει συνοδείᾳ τῶν Ἀγγέλων. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ φιλοσώματος ψυχή, περιφέρεται ἄλλοτε γύρω ἀπό τήν οἰκία πού ἀποχωρίστηκε ἀπό τό σῶμα της, ἄλλοτε στόν τάφο πού ἐκεῖνο εἶναι θαμμένο. Ἔτσι περιφέρεται σάν πουλί ψάχνοντας τήν φωλιά του. Ἡ ἀρετωθεῖσα ψυχή, πάλι πηγαίνει στά μέρη ὅπου ἐνάσκησε τήν ἀρετή. Κατά τήν τρίτη ἡμέρα, Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν ὁρίζει στήν κάθε χριστιανική ψυχή, σύμφωνα μέ τό παράδειγμα τῆς ἀναστάσεώς Του, νά ἀνεβεῖ στούς οὐρανούς ὥστε νά προσκυνήσει τόν Θεό τῶν πάντων. Ἐξ αὐτοῦ εἶναι πολύ σωστή ἡ συνήθεια τῆς Ἐκκλησίας νά τελεῖ μνημόσυνο τήν τρίτη ἡμέρα. Μετά τήν προσκύνηση τοῦ Θεοῦ διατάσσεται νά ἐπιδειχθοῦν στήν ψυχή οἱ ποικίλες καί τερπνές εὐφροσύνες καί τά κάλλη τοῦ παραδείσου. Ὅλα αὐτά ἡ ψυχή τά ἀντικρίζει γιά ἕξι ἡμέρες, θαυμάζοντας καί δοξάζοντας τόν Δημιουργό τοῦ παντός, τόν Θεό. Βλέποντας ὅλα αὐτά, ἀλλάζει καί λησμονεῖ τήν θλίψη πού εἶχε κατοικώντας στό σῶμα. Ὡστόσο, ἄν εἶναι ἔνοχη ἁμαρτιῶν, βλέποντας ὅλα αὐτά στενάζει καί ἀνακράζει λέγοντας: “Ἀλλοίμονο μου! Πόσα ἀμέλησα σέ ἐκεῖνον τόν κόσμο, προσβλέποντας μόνον στήν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν μου, διήνυσα τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς μου ἐν ἀκηδίᾳ καί δέν ὑπηρέτησα τόν Θεό ὅπως θά ἔπρεπε, ὥστε νά ἀξιωθῶ αὐτῶν τῶν χαρίτων καί αὐτῆς τῆς δόξης. Ἀλλοίμονο σέ μένα τήν ταλαίπωρη!”… Καί μετά ἀπό τήν παραμονή ἕξι ἡμερῶν σέ ὅλες τίς εὐφροσύνες τῶν δικαίων, οἱ Ἅγγελοι τήν ἐπιστρέφουν πάλι νά προσκυνήσει τόν Θεό. Ὡς ἐκ τούτου, ὀρθά πράττει ἡ Ἐκκλησία τελώντας μνημόσυνο τήν ἔνατη ἡμέρα. Μετά τήν δεύτερη προσκύνηση, ὁ Δεσπότης προστάζει νά μεταφερθεῖ ἡ ψυχή στήν κόλαση καί νά τῆς ἐπιδειχθοῦν ἐκεῖ ὅλα τά μέρη τῶν μαρτυρίων, τά ποικίλα μέρη τῆς κολάσεως καί τά πολυποίκιλα μαρτύρια τῶν ἀθέων, κατά τά ὁποῖα οἱ ψυχές τῶν ἁμαρτωλῶν ὀδύρονται, ἐκεῖ ὅπου ἀκούγεται ὁ τριγμός τῶν ὀδόντων. Σέ ἐκεῖνα τά μέρη ἡ ψυχή περιφέρεται τριάντα ἡμέρες, τρέμοντας νά μήν καταδικασθεῖ καί ἡ ἴδια σέ ἐγκλεισμό σέ ἐκείνην τήν φυλακή. Τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα ἡ ψυχή πάλι φέρεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τότε ὁ Κριτής ὁρίζει στήν ψυχή τό μέρος πού τῆς ἁρμόζει κατά τά ἔργα της. Ὡς ἐκ τούτου, καί πάλι ὀρθά ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνο ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων τήν τεσσαρακοστήἡμέρα»(Μακαρίου Αἰγυπτίου, Λόγος περί ἐξόδου ψυχῆς, PG 34,385D-392B.Παρατίθεται στήν ἀνωτέρω μνημονευθεῖσα Δογματική τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς στίς σελ. 930-931).
Βέβαια ὁ μακαριστός καθηγητής Π. Τρεμπέλας ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ὠφέλεια ἀπό τά μνημόσυνα εἶναι περιορισμένη.(Π.Ν. Τρεμπέλα, ὅ.π., σελ.411). Ὅμως ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων καί ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων συνηγορεῖ ὑπέρ τῆς ἐλαφρύνσεως ἀκόμη καί ὑπέρ τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς κολάσεως μέσω τῶν μνημοσύνων, προσευχῶν, Λειτουργιῶν καί ἀγαθοεργιῶν. Εἶναι ἀρκετά σύνηθες τό γεγονός τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν κόλαση μέσω τῶν ἀνωτέρω τρόπων βοηθείας τῶν τεθνεώτων. Αἴφνης ὁ μακαριστός καθηγητής Νῖκος Ματσούκας γράφει στή Δογματική του: «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ὑπόκειται σέ κανένα νόμο, ἄν ἡ ψυχή τόν ζητάει καί τόν θέλει. Τό ἔλεός του εἶναι ἀπροσμέτρητο. Αὐτό τό νόημα ἔχουν οἱ εὐχές καί τά μνημόσυνα. Πέρα ἀπό ὅσα λένε οἱ λόγιοι πατέρες, καί ἡ ἁπλή ἀσκητική παράδοση κινεῖται στήν ἴδια γραμμή τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.Σύμφωνα μέ μιά διήγηση ἕνας γιατρός, ὀνόματι Ἰοῦστος, ἔκλεψε χρήματα, καί σάν πέθανε πῆγε στήν κόλαση. Στά ὄνειρα τοῦ ἀδελφοῦ του παραπονιόταν πώς περνοῦσε ἄσκημα. Μετά τριάντα λειτουργίες γλίτωσε τήν κόλαση! Παρουσιάστηκε στόν ἀδελφό του, κατ’ὄναρ καί πάλι, καί τοῦ εἶπε πώς ἦταν καλά. (Εὐεργετινός, τόμος Β́, Ἀθῆναι 1958, σελ.77-79 καί Νίκου Α. Ματσούκα, Δογματική καί συμβολική θεολογία Β, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 547)
Ἐπίσης θά καταθέσουμε τρεῖς θαυμαστές διηγήσεις γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τήν κόλαση ὁρισμένων δυσσεβῶν προσώπων πού ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Γιατί ὅμως τό πρᾶγμα θεωρεῖται δυσβάστακτο; Μήπως ἡ πρωτομάρτυς δέν ἔσωσε τήν Φαλκονίλλα μετά τό θάνατό της; Βέβαια θά ἰσχυρισθεῖς ἴσως ὅτι αὐτή τό ἔκανε μέ τήν ἀξία της, ἐπειδή ἦταν πρωτομάρτυς καί ἔπρεπε νά εἰσακουσθεῖ ἡ δέησή της. Ἐγώ ὅμως ὡς ἀπάντηση σ’αὐτό λέω˙ καλά ἔπραξε ἡ πρωτομάρτυς ἐκεῖ. Πρόσεξε ὅμως γιά χάρη τίνος ἔγινε ἡ παράκληση˙ ὅτι δηλαδή ἔγινε γιά χάρη μιᾶς Ἑλληνίδας καί εἰδωλολάτρισσας, πού ἐργαζόταν σέ ἐντελῶς βέβηλο καί ξένο κύριο. Ἐνῶ ἐδῶ ἕνας πιστός ἀπευθύνεται στόν ἴδιο Κύριο γιά χάρη ἄλλου πιστοῦ. Βάλε λοιπόν τό ἕνα δίπλα στό ἄλλο, γιά νά δεῖς ἄν συγκρίνονται, καί δέν θά σοῦ μείνει ἀμφιβολία» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ.π., σελ.165).
Ἡ δεύτερη διήγηση: «Σέ ἄλλον πάλι ἀπό τούς θεοφόρους πατέρες, πού εἶχε κάποιο μαθητή πού ζοῦσε ζωή ἄτακτη, ὅταν αὐτός ἔφτασε στό τέλος τῆς ζωῆς του ἀπό ἀπερισκεψία, ὁ πολυεύσπλαχνος καί φιλόψυχος Κύριος, ἐπειδή ὁ γέροντας τόν παρακάλεσε μέ δάκρυα, τοῦ φανέρωσε ὅτι θά τόν κάψει στή φλόγα μέχρι τόν λαιμό, ὅπως τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς τοῦ Λαζάρου. Ἐπειδή ὅμως μετά ἀπό αὐτό ὁ ἅγιος κατέβαλε μεγάλο κόπο παρακαλώντας τό Θεό μέ δάκρυα, ὁ Θεός τοῦ φανέρωσε ὅτι θά τόν βάλει στή φλόγα μέχρι τή ζώνη. Στή συνέχεια, ἀφοῦ καί πάλι ὁ ἅγιος κατέβαλε ἀλλεπάλληλες προσπάθειες, ἔδειξε στό γέροντα σέ ὀπτασία ὅτι εἶναι τελείως ἐλεύθερος καί ἀπαλλαγμένος ἀπό τή φωτιά τῆς κολάσεως» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ.π., σελ.167).
Ἡ τρίτη διήγηση: «Πρέπει λοιπόν μαζί μ’αὐτούς νά θυμηθοῦμε καί ἄλλες ἱστορίες. Ὁ Γρηγόριος λοιπόν ὁ Διάλογος, ἐπίσκοπος τῆς παλαιᾶς Ρώμης, ἄνδρας, ὅπως ὅλοι γνωρίζουν, ξακουστός σέ ἁγιωσύνη καί γνώση, μέ τόν ὁποῖο, λένε, ὅτι, ὅταν λειτουργοῦσε, συλλειτουργοῦσε οὐράνιος καί θεῖος ἄγγελος, καθώς κάποτε περπατοῦσε στό λιθόστρωτο, σταμάτησε ἐπίτηδες καί ἔκανε μακρά προσευχή στόν φιλόψυχο Κύριο γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ βασιλιᾶ Τραϊανοῦ. Καί ἀμέσως φωνή πού ἦρθε ἀπό τό Θεό σ’αὐτόν ἄκουσε νά τοῦ λέει τά ἑξῆς. “Ἄκουσα τήν προσευχή σου, λέει, καί δίνω συγχώρηση στόν Τραϊανό˙ἐσύ ὅμως νά μή ἐξακολουθήσεις νά μοῦ προσφέρεις προσευχές γιά ἀσεβεῖς.” Ὅτι αὐτό εἶναι ἀληθινό καί ἀναμφισβήτητο, μάρτυρας εἶναι ὁλόκληρη ἡ Ἀνατολή καί ἡ Δύση. Νά λοιπόν αὐτό εἶναι ἀνώτερο ἀπό τή Φαλκονίλλα. Γιατί ἐκείνη δέν ἔγινε αἰτία κακοῦ σέ κανέναν, ἐνῶ αὐτός προκάλεσε τόν πικρό θάνατο πολλῶν μαρτύρων» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ.π., σελ.177). Διαπιστώνουμε ἀπό αὐτές τίς τρεῖς διηγήσεις τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ ὅτι ὁ Θεός μέ τίς προσευχές τῶν ἁγίων ἐλευθερώνει καί ἀπαλλάσσει ἀπό τήν κόλαση ἀμελεῖς, ἀσεβεῖς ἀκόμη καί θεομάχους, ὅπως ἦταν ὁ αὐτοκράτορας Τραϊανός.
Ἀκόμη θά ἀναφέρουμε ὅσα γράφει ἐπί τοῦ προκειμένου θέματος τό Τριώδιον τό Ψυχοσάββατον πρό τῆς Ἀπόκρεω: «Ὅτι δέ ὠφελεῖ τάς ψυχάς τά ὑπέρ αὐτῶν γινόμενα, δῆλον μέν καί ἐξ ἄλλων πολλῶν, ἀλλά δή καί ἐκ τῆς κατά τόν ἅγιον Μακάριον ἱστορίας. Ὅς ἀνδρός ἀσεβοῦς Ἕλληνος ξηρόν κρανίον, κατά τήν ὁδόν παριών (=περνώντας) εὑρηκώς, ἤρετο (=ρώτησε). Εἴ τινά ποτε ἐν Ἅδῃ παραμυθίας (=παρηγοριᾶς) αἴσθησιν ἔχουσι; Τό δέ ἀπεκρίνατο, πολλήν αὐτούς ἔχειν ἄνεσιν, ἡνίκα (=ὅταν) ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων εὔχῃ (=προσεύχεσαι), Πάτερ, εἰπόν.Ἦν γάρ τοῦτο ποιῶν ὁ μέγας, καί δεόμενος τοῦ Θεοῦ (=παρακαλοῦσε τόν Θεό), μαθεῖν ἐφιέμενος (=θέλοντας νά μάθει), εἰ ὠφέλειά τις τοῖς προκεκοιμημένοις ἐντεῦθεν ἐγίνετο. Ἀλλά καί Γρηγόριος ὁ Διάλογος διά προσεχῆς, τόν βασιλέα Τραϊανόν σέσωκεν ἀκούσας παρά Θεοῦ, μή ἄλλοτέ ποτε αὐτόν ὑπέρ ἀσεβοῦς δεηθῆναι (=νά μή παρακαλέσει).Ναί μήν (=βεβαίως) τόν καί θεοστυγῆ (=θεομίσητο) Θεόφιλον, Θεοδώρα ἡ Βασιλίς, διά τῶν ἁγίων καί ὁμολογητῶν Ἀνδρῶν, τῶν βασάνων ἐξήρπασε καί διέσωσεν, ὡς ἱστόρηται» (Τριώδιον, Σαββάτον πρό τῆς Ἀπόκρεω).

Τρελογιάννης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου