Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΩΣ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΣ.






Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ
Οπως πάντοτε, χαίρομαι τή συνάντηση μαζί σας. Οσο όμως πλησιάζει ή έξοδός μου, τόσο θερμότερη γίνεται ή επιθυμία μου νά σάς άφήσω, έστω καί έν μέρει, εκείνο πού έγώ έπίσης, έν μέρει, δέχθηκα κατά τή δωρεά του Θεού, άπό τή συνάντησή μου μέ τον μεγάλο Γέροντα Σιλουανό.
Πρόσφατα έλαβα μια επιστολή, στήν όποια κάποιος προτεστάντης θεολόγος, πολύ οικείος με τήν Ορθοδοξία, παρουσιάζει τον ιερό Αυγουστίνο να μιλάει με τούς ενορίτες του: «Άν με ρωτήσετε νά σάς ύποδείξω τήν όδό, τότε μπορώ νά σάς πώ ότι αύτή είναι ό Ιησούς Χριστός. Αλλά νά σάς δώσω μάτια, για νά βλέπετε και εσείς έτσι όπως βλέπω έγώ, δεν μπορώ. Αυτό είναι έργο τού ίδιου τού Θεού». Έχουμε ήδη αναφέρει πώς νά άποκτήσουμε πνευματικούς οφθαλμούς πού νά βλέπουν όπως έβλεπε Αύτόν ό Παύλος, όπως Τον είδε ό Πέτρος στο Θαβώρ, ό Ιωάννης, ό Ιάκωβος, όπως Τον είδαν οι άλλοι μαθητές νά άνεβαίνει στον Γολγοθά, γιά νά λύσει την κατάρα τής πτώσεως τού Άδάμ.


Κάποιος από εσάς με ρώτησε: «Τί είναι ή έμπνευση»; Αν αποκαλυφθεί καί μπροστά σε σάς ή εικόνα αύτή τού Χριστού, θά γνωρίσετε γιά τήν έμπνευση πού έρχεται άπό έκείνη τή σφαίρα τού είναι, όπου δεν υπάρχει ύφεση. Και αν οι καρδιές σας δεχθούν τήν έμπνευση αύτή, τότε ή έμπνευση αύτή δεν θά σάς έγκαταλείψει πλέον. Μπορούμε νά πάσχουμε, νά είμαστε έξουδενωμένοι, νά ταπεινωνόμαστε άπό άρρώστιες, άλλά ή θέα αύτή τού Χριστού θά παραμένει μαζί μας ώς «άθεράπευτη άρρώστια». Λέω «άθεράπευτη άρρώστια», γιατί ή άγάπη προς τον Χριστό, πού γεννιέται στήν καρδιά μας, είναι ακένωτη, αλλά συνδέεται με πόνο.


Σε όλους τούς αιώνες οι θεολόγοι αναζητούσαν κατάλληλη γλώσσα, με τήν όποια θά ήταν δυνατόν νά έκφράσουν καθαρά τήν άποκάλυψη τού Θεού πού λάβαμε έν Χριστώ Ιησού. Ή Εκκλησία ζει πάντοτε με τον Χριστό άλλά ύπό διαφορετικές συνθήκες, γι’ αύτό καί τώρα χρειάσθηκε κάποιος άλλος τρόπος διατύπωσης. Όταν λοιπόν ό Θεός λέει «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ήμετέραν καί καθ’ όμοίωσιν», πώς νά έννοήσουμε τήν ομοίωση καί τήν εικόνα αύτή; "Ως ποιούς βαθμούς φθάνει; Σήμερα λοιπόν θά μιλήσουμε γιά ένα θέμα πού κατέχει τον νου καί τήν καρδιά τών σύγχρόνων θεολόγων: γιά τό πρόσωπο. Μολονότι ή λέξη «πρόσωπο» δεν είναι νέα, ή θεώρηση ώστόσο είναι νέα.


Θέλω νά παρουσιάσω σε σάς, άδελφοί μου, πού άρχίζετε τή ζωή σας, ένα μικρό διάγραμμα, πού ίσως θά διευκολύνει τήν προσέγγισή σας στή μεγάλη άποκάλυψη γιά τήν εικόνα και τήν ομοίωση. Αποκαλυπτόμενος στον Μωυσή ώς «Έγώ είμι ό Ών», ό Θεός έθεσε τήν άρχή τής πίστεώς μας, βαθειάς πίστεώς. Τί είναι τόσο άξιοσημείωτο στήν άποκάλυψη αύτή;


Ό Θεός μιλάει γιά τον Εαυτό Του: «Έγώ είμι ό Ων»• «όλα όσα ύπάρχουν, όλα αύτά, προήλθαν άπό Εμένα». Καί ό πρώτος λόγος «Έγώ» σημαίνει ότι Αύτός είναι Πρόσωπο.





Αν άναφερόμαστε στο πρόσωπο, στήν άρχή του καί στο αιώνιο είναι του, αύτό βέβαια είναι μόνο ό Θεός. Αν όμως ό Κύριος μάς δημιούργησε κατ’ εικόνα καί καθ’ ομοίωσή Του, αύτό σημαίνει ότι καί έμείς πρέπει νά γίνουμε όμοια με Εκείνον πρόσωπα. Αύτός είναι ό τελικός σκοπός μας.


Άν ό Θεός κατ’ αρχάς μάς έπλασε δυνάμει θεούς καί όχι ήδη τετελεσμένα πρόσωπα, τότε ή διαδικασία τού αυτοπροσδιορισμού από τή δική μας πλευρά σε σχέση με τον Θεό είναι άπαραίτητη: «Πές μας, πώς μπορούμε νά γίνουμε όμοιοι Σου»;


Σέ μιά εικόνα πού πρόσφατα ιστορήσαμε, ό Μωυσής άπεικονίζεται σύμφωνα με τήν παράδοση τής Εκκλησίας. Μεγάλη παράδοση, στήν όποια θέλουμε νά παραμείνουμε. Κάτω βλέπετε μιά μικρή εικόνα από τό Σινά, όπου πραγματοποιήθηκε ή έμφάνιση τού Θεού στον Μωυσή στήν άφλεκτο βάτο: «Έγώ είμι ό Ων». Έδώ ή στιγμή αύτή τής έμφανίσεως άπεικονίζεται κάπως διαφορετικά. Άν κοιτάξετε στήν εικόνα μας, στο πρόσωπο του Μωυσή είναι άποτυπωμένη ή έκφραση άκρας έντάσεως προς τον Θεό, σάν νά μένει εκστατικός με τήν προσοχή του στραμμένη στις ουράνιες σφαίρες, προσέχοντας εκείνο πού τού λέει το Πνεύμα: «Έγώ είμι ό Ων».


Από έδώ άρχισε ή Εκκλησία καί ή πίστη μας. Κατά τήν πίστη τών Πατέρων, ό Χριστός ήταν Εκείνος πού είπε «Εγώ είμι ό Ων». Άρχισε λοιπόν τήν αύτοαποκάλυψή Του, φανερώνοντας τον προσωπικό χαρακτήρα του Θεού. Κατά τον ϊδιο τρόπο ή παράδοση ομολογεί «Ζώντα Θεό» καί όχι τήν άφηρημένη μεταφυσική σκέψη κάποιου φιλοσόφου. Οι σχέσεις μας με τον Θεό είναι σχέσεις άγάπης. Ή άγάπη μπορεί νά πάρει πολλές μορφές, καί δεν μπορούμε τώρα, στον σύντομο χρόνο πού διαθέτουμε, νά τις θίξουμε όλες.


Ή εικόνα πού άποκαλύπτεται έν Χριστώ ύπερβαίνει όλα όσα γνωρίζει ό άνθρωπος. Όπως κάποιος πού γεννήθηκε στή στεριά καί πλησιάζει γιά πρώτη φορά τον ώκεανό καί δεν βλέπει τέλος, έτσι και έμείς ας πάρουμε από τον «ώκεανό» αύτό με μικρό ποτήρι κάποια δόση τού ζωοποιού αύτού νερού και άς μιλήσουμε γι’ αύτό.


Άν ό Θεός είναι πρόσωπο, τότε πώς πρέπει νά είμαστε έμείς; Προς τά πού νά κατευθυνόμαστε; Πώς μπορούμε νά οικοδομήσουμε τή ζωή μας, γιά νά είμαστε παιδιά ένός τέτοιου Θεού; Ή έρώτηση αύτή ύψώνεται μπροστά μας στή σχολή του μοναχισμού. Δεν υπάρχει σε μάς καμία σταδιοδρομία στον κόσμο αύτό, άλλά ό καθένας αναζητεί δρόμους γιά βαθύτερη γνώση του Θεού. Δεν παύω νά θαυμάζω τούς λόγους του ευλογημένου Γέροντά μας Σιλουανού: «Ό ένας είναι βασιλιάς, ό άλλος καλλιτέχνης, ό άλλος απλός έργα- της ... Αυτό δεν έχει καμία σημασία γιά τήν ψυχή» . Πόσο σπουδαία είναι ή προσέγγισή του! Ακόμη και γιά τέτοιες θέσεις, όπως είναι του αύτοκράτορα καί του πατριάρχη, αυτός λέει: Καί αύτό δεν έχει καμία σημασία γιά τήν ψυχή... είναι ύπακοή κατά τήν έπίγεια ζωή. Όλη ό ούσία βρίσκεται στο ότι, όποιος άγαπά περισσότερο τον Θεό, εκείνος στή Βασιλεία Του θά είναι πλησιέστερα στον Θεό με τή δύναμη τής μεγαλύτερης αγάπης του καί όχι με τή δύναμη τής ίεραρχικής, κοινωνικής ή έκκλησιαστικής θέσεως.





Θά ήθελα αύτό νά μπει στήν καρδιά μας. 'Η ζωή μας είναι άπλή καί ταπεινή. Υπηρετούμε τούς έπισκέπτες όπως το προσωπικό ύπηρεσίας ένός ξενοδοχείου. Τούς ύπηρετούμε καί ώς ιερείς. Καί όταν δέχονται τον λόγο μας, τότε τούς υπηρετούμε καί με τον λόγο. Ετοιμάζουμε γι’αύτούς τροφή καί τούς φιλοξενούμε. Όλα αύτά έχουν πολύ ταπεινή μορφή.
Πώς μπορούμε λοιπόν έτσι νά γίνουμε πρόσωπα, εικόνες του προσωπικού Θεού; Συνεχώς σάς τόνιζα έκεινο στο όποιο ό ίδιος μαθήτευσα: άρχίζουμε από τά πιο μικρά πράγματα. Όταν ό καθένας στο διακόνημά του ενεργεί υπομονετικά καί προσπαθεί νά διατηρήσει τή ζωή του σύμφωνα με τις εύαγγελικές έντολές, προετοιμάζει τόν έαυτό του γιά τήν πρόσληψη τής χάριτος τού Θεού. Είμαστε κτιστά όντα καί ζούμε με τή δύναμη πού έκπορεύεται από τόν Θεό Δημιουργό, ένώ οι ίδιοι δεν μπορούμε από τον εαυτό μας νά δημιουργήσουμε τή ζωή αύτή.
Ταυτόχρονα, θέλω να τονίσω κάτι πού είναι χαρακτηριστικό στο θέμα τής σωτηρίας ή, κατά τήν εκκλησιαστική ορολογία, στή χριστιανική μας σωτηριολογία: τήν πρώτη θέση δεν κατέχει κάποια έπιστημονική γνώση, πλούσια ή πτωχή, άλλά ή μετοχή μας στή θεία χάρη. Ή σωτηρία μας προσδιορίζεται από πνευματική αρχή. Επαναλαμβάνουμε κάθε ήμέρα τήν προσευχή: «Καταξίωσον, Κύριε, έν τή ήμέρα ταύτη άναμαρτήτους φυλαχθήναι ήμάς». Στά λόγια αύτά έκφράζεται όλο το νόημα της παραστάσεώς μας ένώπιον τού Θεού.


Πώς μπορούμε νά μήν άμαρτήσουμε; Όταν στο έπίπεδο της ήθικής ζούμε σύμφωνα με τις εύαγγελικές έντολές, τότε προετοιμάζουμε τον εαυτό μας (καί ώς καρδιά-άγάπη καί ώς σκέψη-νους γιά τήν πρόσληψη της αποκαλύψεως από τον Θεό. Ή αδιάκοπη ένταση νά λάβουμε από τον Θεό έλεος οφείλει νά προσδιορίζει τον χαρακτήρα μας. Έτσι, στήν εικόνα ό Μωυσής έκστατικός άτενίζει με ένταση... 'Η Γραφή δέν αναφέρει τή στιγμή έκείνη τίποτε γιά τον Προφήτη, άλλά μόνο γιά τον Θεό, πώς Εκείνος μίλησε από τή φλέγόμενη βάτο. Γνωρίζουμε όμως ότι ό Μωυσής, όπως και οι άλλοι προφήτες, ζούσε με έντονο πόθο νά δει τον Θεό «καθώς έστι». Ζητούσε άπάντηση: «Τί είναι το Είναι; Από πού προέρχεται; Ποιος είναι ό αίτιος;» κλπ. Ώς άνθρωπος, ώστόσο, δέν μπορούσε νά σχηματίσει όρθή άντίληψη γιά τον Θεό. Ό Κύριος όμως τού άποκάλυψε: «’Εγώ είμι ό Ων», ώς άπάντηση στήν προσευχή του. «Ναί, τώρα μιλάς μαζί μου, και γνώριζε ότι όλο το είναι προέρχεται από έμένα», όπως έχει λεχθεί στο κατά Ίωάννην Εύαγγέλιο:“Καί χωρίς Αυτού έγένετο ούδέ έν ο γέγονεν”».


Έτσι, στή σχολή του μοναχισμού, πολύ ταπεινή κατά τή μορφή, καλλιεργείται στήν πραγματικότητα ό ίδιος πόθος. Θέλουμε νά οικοδομήσουμε τή ζωή μας έτσι, ώστε, όπως ό Μωυσής, νά μένουμε διαρκώς στήν κατάσταση αύτή της έντάσεως. Όποιαδήποτε έργασία και αν κάνω, είτε αυτοκράτορας είμαι είτε πατριάρχης είτε διανοούμενος, ξυλουργός ή απλός εργάτης, δεν έχει σημασία. Εκείνο πού έχει σημασία είναι ό πόθος μου προς τον Θεό. Και ό πόθος αύτός πρέπει να είναι ταπεινός, δηλαδή γεμάτος από τήν επίγνωση ότι εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε σε κατάσταση ούτε καν να προσεγγίσουμε το Θείο Είναι. Ωστόσο, παρακαλούμε τον Θεό: «Άποκάλυψέ μου το Πρόσωπό Σου... Δώσε να Σε δώ όπως Είσαι! Ή καρδιά μου έλκύεται προς Εσένα, αλλά δεν Σέ γνωρίζω! Δώσε λοιπόν να Σέ γνωρίσω όπως Είσαι!». Αύτή είναι ή βασική μας δίψα: να γνωρίσουμε τον Θεό μας.


Όπως πάντοτε, ομιλώ σέ σάς, αδελφοί και αδελφές μου, γιά εκείνο πού ό Κύριος ευδόκησε να μού δείξει στο πρόσωπο τού ουρανίου προστάτη μας, του μεγάλου Σιλουανού. Το φαινόμενο αυτό δεν ήταν σάν κάποιο χτύπημα όμοιο με άστραπή, άλλά σάν μεγάλος χείμαρρος Πνεύματος, πού βαθμηδόν άποκαλυπτόταν μπροστά μου. Τί είναι αυτό πού με κατέπληξε στον άνθρωπο αυτό; Τού δόθηκε να κατανοήσει ότι χωρίς τον Θεό δεν υπάρχει σωτηρία. Έζησε μία ώρα ιδιαίτερης δοκιμασίας άναπόφευκτου ολέθρου και, συντετριμμένος από τήν όραση αύτή, μπήκε στον ναό και είπε: «Κύριε, Ιησού Χριστέ». Και τότε είδε τον Ζώντα Χριστό! Και ό Χριστός δεν του είπε κανέναν λόγο, άλλά τού μετέδωσε τή δική Του κατάσταση. Και ή όραση αύτή ήταν σύντομη σέ διάρκεια, ακαριαία. Άν παρατεινόταν, όπως γράφει ό Σιλουανός, δεν θά άντεχε, θά πέθαινε.


Ή Γραφή λέει: «ού γάρ είσιν αί βουλαί μου ώσπερ αί βουλαί ύμών... άλλ’ώς άπέχει ό ούρανός από της γης, ούτως άπέχει ή οδός μου από των οδών ύμών και τά διανοήματα ύμών από της διανοίας μου».
Με ποιά βάση τολμώ να λέω ότι ό Κύριος μετέδωσε στον Σιλουανό τήν κατάστασή Του ώς άποτέλεσμα της όράσεως; Ό Κύριος είναι ό μόνος άνθρωπος έπάνω στή γή, πού πήρε έπάνω Του τήν άμαρτία όλου τού κόσμου... Και ό Σιλουανός, νεαρός στρατιώτης πού μόλις τελείωσε τή θητεία του, άρχισε ξαφνικά να προσεύχεται γιά όλο τον Άδάμ, γιά όλη τήν ανθρωπότητα και στον παγκόσμιο χώρο και στή διάρκεια των αιώνων. Φιλοσοφικά αυτό μπορούμε κάπως να το άφομοιώσουμε με άφηρημένη σκέψη, όχι όμως και ώς κατάσταση. Εκείνο όμως πού έζησε ό Σιλουανός, ή προσευχή γιά όλο τον Άδάμ με πολλά δάκρυα, περισσότερα άπ’ό,τι γιά τον εαυτό του, είναι το Πνεύμα τού Χριστού πού άνεβαίνει στον Γολγοθά.
Οταν λοιπόν μάς άποκαλύπτεται ένας τέτοιος Χριστός, τότε μπορούμε, όπως και ό Ιωάννης ό Βαπτιστής, να άναγνωρίσουμε τον Παντοδύναμο Θεό σέ άνθρώπινη μορφή. Αλλά και πάλι λέω ότι ή άντίληψη αύτή έχει πνευματικό χαρακτήρα.


Μιά άλλη πλευρά είναι ή δογματική. Οταν λοιπόν ακούμε τά λόγια «ίνα ώσιν έν, καθώς ημείς έν έσμεν», τότε τί εισδύει στή δογματική μας συνείδηση; Λέμε; «Θεός ό Πατήρ, Θεός ό Υιός, Θεός το Πνεύμα το Άγιον», και έτσι άρχίζουμε τήν ομολογία της πίστεως, «Πιστεύω εις ένα Θεόν». Αυτό δεν το άντιλαμβάνεται καθόλου ή τυπική λογική. Ωστόσο, αύτή είναι ή λογική τού Ίδιου τού Είναι. Τρισυπόστατος ό Θεός, άλλα Ενας. Και το πλήθος τών άνθρώπων, κατ’ άναλογία είναι ένας άνθρωπος.





Οταν οι μαθητές φιλονικούσαν πού να καθίσουν στον Μυστικό Δείπνο (ύπήρξε δηλαδή κάποια τάση πρωτοκαθεδρίας), ό Κύριος τούς είπε: «Εντολήν καινήν δίδωμι ύμίν, ίνα άγαπάτε άλλήλους». Άν πραγματικά άγαπάμε, τότε ή άγάπη, όπως τήν μάθαμε από τον Θεό, φθάνει στή θυσία. Ό χριστιανός, όπως ό Θεός, δεν άγαπά άφ’ υψηλού. Γιά τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο έλεγαν οτι, όταν συναντούσε παιδιά, ύποκλινόταν μπροστά τους με άληθινό σεβασμό. Παρόμοια, όταν ήμουν στή Γαλλία, στήν Αγία Γενεβιέβη, ώς έφημέριος στο Κοιμητήριο, έκεϊ με υπηρετούσε κάποιο παιδάκι, γιος ιερέα. Ήταν το πολύ τεσσάρων ή πέντε ετών. Έγώ το θυμιάτιζα με σεβασμό και εκείνο άνταποκρινόταν με μεγάλο αίσθημα παρόμοιου σεβασμού. Ό Χριστός δεν παρέδωσε ώς έντολή «έσεσθε πάντες έν, ώς ήμείς έν έσμεν», δηλαδή ό Πατήρ, ό Υιός και το Πνεύμα το Άγιο, αλλά αυτό το έξέφρασε στήν προσευχή προς τον Πατέρα. Έτσι, σέ μάς άποκαλύφθηκε το Είναι ιδιαιτέρας τάξεως, πού δεν χωράει καθόλου στήν προοπτική της τυπικής λογικής τού Αριστοτέλη.


’Εκεί, ώς κατηγορίες χρησιμοποιούνται αφηρημένες έννοιες. Στο χριστιανικό μας «είναι» οφείλουμε να μεταβούμε σε άλλη λογική, όπου κατηγορίες γίνονται εκείνα πού μάς αποκάλυψε ό Θεός. Και αν ό Θεός στη Γραφή λέει «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ήμετέραν και καθ’ όμοίωσιν», αυτό δεν πρέπει να έκπέσει από τή συνείδησή μας. Αύτός είπε όχι «μυριάδες άνθρώπων», άλλά «άνθρωπον...». Όταν όμως ό Χριστός λέει στήν προσευχή προς τον Πατέρα «ώς ήμείς εν έσμεν», τονίζει τήν πολυυπόστατη ένότητα τού Θεού, ότι ό Θεός ώστόσο είναι Ενας. Και όταν υψηλοφρονούμε, δεν θά ήταν άσχημο να θυμόμαστε τούς λόγους τού Χριστού, γιά να έλέγχουμε τον εαυτό μας πόσο μακριά βρισκόμαστε από τήν κατά-σταση αύτή.


Άλλά βλέπετε, τώρα με «πιέζουν» τά λόγια. Να σάς μιλήσω; Αυτό άποτελεί ύψηλή κατάσταση! Όταν αύτή έρχεται στον άνθρωπο με μορφή χάριτος, τότε βιώνεται από τον ίδιο τον άνθρωπο ώς άποκλειστικά φυσιολογική και κανονική κατάσταση. Κατά κάποιον τρόπο δεν υπάρχει καν συζητήσιμο θέμα, αλλά όλα είναι τόσο καθαρά και φυσικά!
Πόση διχόνοια προξένησε ή πτώση τού Άδάμ! Πόσο τραγικά ήταν όλα αύτά τά πέντε χιλιάδες και πλέον χρόνια, κατά τήν παράδοση, από τή δημιουργία τού Άδάμ και τήν πτώση του! Ό Κύριος μιλούσε με τον Άδάμ στον Παράδεισο. Ό Άδάμ όμως, όταν αίσθάνθηκε μέσα του τήν έλευθερία τού αυτοπροσδιορισμού, έπεσε από ύπερηφάνεια: «Έγώ ό ίδιος θά κατευθύνω τον εαυτό μου». Και έδώ βρίσκεται ή αρχή της «αύτοθεώσεως» τού άνθρώπου, γιά τήν όποια τόσο πολύ μιλούν οι άνθρωποι, ιδιαίτερα μάλιστα στήν έποχή μας: «Δεν υπάρχει Θεός! Θεός είναι ό άνθρωπος».


'Η πίστη μας στηρίζεται στήν πεποίθηση ότι έμείς δημιουργηθήκαμε από τον Θεό και όχι ό Θεός από έμάς. Στη βάση λοιπόν της πίστεώς μας υπάρχει όχι κάποια φιλοσοφία, όσο μεγαλοφυής και να είναι, αλλά ή θεοφάνεια προς τούς πατέρες και τούς προπάτορές μας. Και εκείνο πού ό Κύριος έβαλε στήν καρδιά ένός άνθρώπου (π.χ. κατ’ αρχάς τού Αβραάμ), αυτό ήδη έχει εμφυτευτεί σε όλη τήν ανθρωπότητα ώς ιδέα. Και αυτό αποτελεί τήν παράδοσή μας, ή όποια έκφράζεται θαυμάσια στον ειρμό της α' ώδής τού Μεγάλου Κανόνα τού Άνδρέα Κρήτης: «Ούτος μου Θεός και δοξάσω Αύτόν, Θεός του πατρός μου και ύψώσω Αύτόν».


Έχοντας αποκαλυφθεί ώς Πρόσωπο, ό Θεός μάς δημιουργεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του. Οφείλουμε δηλαδή να ζούμε με τον τρόπο πού ζει ό ιδιος ό Θεός. Στή σχολή όμως του μοναχισμού άρχίζουμε από πολύ μικρό και ταπεινό έργο και δεν άφήνουμε πέρα από αυτό πρόφαση γιά ύπερηφάνεια. Το μικρό όμως αυτό έργο της μοναχικής ύπακοής είναι ή αρχή της σωτηρίας μας. Δεν θέλουμε να άκολουθήσουμε το παράδειγμα τού Αδάμ, πού έπιθύμησε ξαφνικά να ζήσει κατά το θέλημά του. Έτσι, άποκόπτοντας το θέλημά μας με σύνεση, έτοιμάζουμε βαθμηδόν τον νου και τήν καρδιά μας γιά τήν πρόσληψη έκείνου πού έκφράζεται στήν προσευχή τού Χριστού προς τον Πατέρα: «'Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς ημείς εν έσμεν».
Ή αρχή της πίστεώς μας είναι ό «Γιαχβέ! Έγώ είμι ό Ων». Μετά από αυτό ό Μωυσής άνεβαίνει στο όρος γιά να
δεχθεί τον Νόμο. Μολονότι ό Νόμος μετά την άποκάλυψη τοϋ Χριστού γίνεται πλέον στενός για μάς και ή μορφή της ζωής τού προσώπου-ύποστάσεως δεν χωράει στο πλαίσιό του, ώστόσο ό Νόμος ετοίμασε άνθρώπους ικανούς να δεχθούν τή σάρκωση τού Θεού. Κατά τή διάρκεια τών αιώνων οι θεολόγοι βασανίζονται να άποδείξουν ότι ό Χριστός είναι ό Θεός πού δημιούργησε αυτό τον κόσμο. Εμείς δηλαδή Τον γνωρίζουμε ώς άνθρωπο, και ταπεινό άνθρωπο, πού κατακρίθηκε, κολαφίστηκε, έμπτύσθηκε, μισήθηκε...


Βλέπετε όμως, ό Κύριος στή συνέχεια είπε «Άναβαίνω προς τον Πατέρα μου» και έδωσε τήν έντολή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη, βαπτίζοντες αύτούς εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και του Άγιου Πνεύματος». Και αύτή είναι ή πίστη μας. Έκτος από τή χριστιανική δεν υπάρχει άλλη άποκάλυψη πού δεχόμαστε ώς άληθινή.
Πώς ό Θεός, πού δημιούργησε τή φύση μας, ένδύθηκε ό ’Ίδιος τή μορφή αύτής της ύπάρξεως, δεν μπορούμε να το έννοήσουμε. Αλλά βέβαια μπορούμε να πιστοποιήσουμε αυτό το γεγονός: «Ναι, σαρκώθηκε».


Μερικοί διαφωνούν: «Ναι, αλλά πώς λέτε ότι Αύτός είπε, “έδόθη μοι πάσα έξουσία έν ούρανώ και έπί γής”, ένώ εμείς ζητούμε πολλά πράγματα από τον Θεό και Εκείνος καθυστερεί να τά δώσει; Και όσοι πιστεύουν σε Αύτόν ζουν στενοχώριες και έξουδενώσεις».


Στή ζωή της Μονής μας συνέβη κάποτε το έξής. Ρώτησα κάποτε έναν από τούς αδελφούς μας: «Αν είχατε απόλυτη εξουσία, τί θά κάνατε τώρα πού υπάρχει τέτοια αναστάτωση σέ όλο τον κόσμο: στή Ρωσία και σέ πολλές άλλες χώρες κομμουνισμός, στο Βιετνάμ πόλεμος και τόσα άλλα;». Και μου απάντησε: «Άν είχα απόλυτη εξουσία, τότε δεν θά μπορούσα πουθενά να την εφαρμόσω, άκριβώς έξαιτίας του άπολύτου χαρακτήρα της». Έτσι, όταν βλέπουμε ότι ό δικός μας Χριστός είναι κατά κάποιον τρόπο ανίκανος να κάνει πολλά γιά τά όποια Τον παρακαλούμε, τότε ίσως είναι γιατί σκέφτεται όπως εκείνος ό μοναχός. «Άν έχω απόλυτη εξουσία και θέληση, τότε να: παραδίδω τον εαυτό μου σέ σταύρωση». Τον φτύνουν. «Πού είναι λοιπόν ή απόλυτη εξουσία σου»; Αλλά ή απόλυτη αύτή εξουσία έκδηλώθηκε με μορφή κενώσεως, πού άνταποκρίνεται στον άπόλυτο Θεό.

Άς είναι λοιπόν εύσπλαχνος ό Κύριος άπέναντί μας και άς δώσει να παραμείνουμε στή χριστιανική πίστη ώς το τέλος, όσο δύσκολο και άν είναι αυτό.



πηγή:ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΑΣ. ΤΟΜΟΣ Β . . ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ
ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ
Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου