Στα
επόμενα κεφάλαια του βιβλίου αυτού αναπτύσσονται διεξοδικά
θέματα που έχουν σχέση με την μετά θάνατον ζωή, την
εσχατολογία και την αιώνια ζωή. Η ανάπτυξη των θέσεων αυτών
γίνεται σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της
Εκκλησίας, οι οποίοι, φυσικά, εκφράζουν την ορθόδοξη
διδασκαλία, αφού είναι φορείς της θείας Αποκαλύψεως. Όπου
χρειάζεται, γίνεται και σχετική αναφορά στις θέσεις της
φιλοσοφίας.
Στο
πρώτο κεφάλαιο γίνεται μια γενική εισαγωγή στο θέμα που μας
απασχολεί με όσο το δυνατόν εύληπτο τρόπο. Γι’ αυτό και στο
κεφάλαιο αυτό, που προτάσσεται, με σύντομες σκέψεις και απλά
λόγια αναπτύσσονται οι βασικές θέσεις του θέματος "η ζωή
μετά τον θάνατο", ώστε ο αναγνώστης να κατανοήσει επαρκώς το
θέμα, και στην συνέχεια να προχωρήσει στην επιμελέστερη
ανάγνωση και κατανόηση του.
Θεωρούμε
ότι το καταλληλότερο βοήθημα για να οδηγήσουμε τον αναγνώστη
στις θέσεις του θέματος "η ζωή μετά τον θάνατο" είναι η
περίφημη παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, που είπε ο
Χριστός. Γι' αυτό στην συνέχεια θα αναλύσουμε με όσο το
δυνατόν απλό τρόπο, αυτήν την παραβολή.
Θα
μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε πολλά πατερικά χωρία, που
ερμηνεύουν την παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου. Δεν θα
το κάνουμε όμως, γιατί όπως ελέχθη προηγουμένως, σκοπός των
όσων ακολουθήσουν είναι να εισαγάγουμε τον αναγνώστη στην
διδασκαλία της Εκκλησίας για την ζωή μετά τον θάνατο.
1. Η
παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου
"άνθρωπος
δε τις ήν πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον
ευφραινόμενος καθ' ημέραν λαμπρώς. πτωχός δε τις ήν ονόματι
Λάζαρος, ός εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και
επιθυμών χορτασθήναι από των ψυχίων των πιπτόντων από της
τραπέζης του πλουσίου, αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον
τα έλκη αυτού. εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και
απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ,
απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. και εν τω άδη επάρας
τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ
από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. και αυτός
φωνήσας είπε, πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον
ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την
γλώσσάν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη. είπε δε Αβραάμ,
τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου,
και Λάζαρος ομοίως τα κακά, νυν δε ώδε παρακαλείται συ δε
οδυνάσαι, και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών μέγα
χάσμα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς
μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. είπε δέ,
ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του
πατρός μου, έχω γαρ πέντε αδελφούς, όπως διαμαρτύρηται
αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της
βασάνου. λέγει αυτώ Αβραάμ, έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας,
ακουσάτωσαν αυτών. ο δε είπεν, ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν
τις από νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. είπε δε
αυτώ, ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν
τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται".
(Λουκ. ιστ', 19-31).
2.
Ερμηνευτική ανάλυση της παραβολής